Ήταν είκοσι ενός όταν συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Είκοσι ενός ή είκοσι επτά. Ή και τριάντα δύο.
Δεν θυμάμαι ακριβώς. Παραήμουν ζαλισμένος εκείνο το βράδυ. Μετά έμαθα ότι και εκείνη ζαλισμένη ήταν. Παράξενο. Καθόλου δεν το κατάλαβα. Ήταν ξανθιά. Ναι, ξανθιά, αλλά μπορεί και μελαχρινή να ήταν. Και φορούσε ένα πορτοκαλί παντελόνι ή μια κοντή τζιν φούστα. Πώς γνωριστήκαμε; Κάποιος μας σύστησε. Κάποιος ή κάποια που κανέναν μας δεν γνώριζε και που ποτέ δεν έμαθε κανέναν. Ήταν αστείο. Μας σύστησε χωρίς να γνωρίζει τα ονόματά μας. Ούτε καν αυτά δεν ήξερε, αφού πρώτη της φορά μας έβλεπε. Όπως και ο κόσμος όλος. Πρώτη του φορά και τελευταία.
Δεν μιλήσαμε εκείνο το βράδυ. Προσπαθήσαμε, αλλά εύκολο δεν ήταν. Το θέλαμε πολύ. Είχαμε πολλά να πούμε, μα ήταν ακατόρθωτο. Γι’ αυτό, αντί να μιλάμε, αρχίσαμε να γράφουμε. Με κιμωλία. Στα ρούχα μας, στους τοίχους, στα τραπέζια. Παντού. Ως και κάτι μαύρα ανθρωπάκια που έστεκαν από πάνω μας τα μουντζουρώσαμε κι αυτά! Πώς μουντζουρώνεται το μαύρο με άσπρη κιμωλία;
Τι γύρευαν τα μαύρα ανθρωπάκια εκείνη τη στιγμή στο πώς εκείνο ποτέ δεν το κατάλαβα. Τι αδιακρισία! Όλος ο κόσμος τραβήχτηκε στο πλάι να μη μας ενοχλεί, κι εκείνα εκεί. Πάνω από τα κεφάλια μας. Κάποια στιγμή τα άκουσα να βγάζουν τα παλτά και τα καπέλα τους. Και αμέσως το κατάλαβα. Πως τη στιγμή εκείνη, έτσι ξαφνικά και απροειδοποίητα, ξέσπασε καλοκαίρι.
Και έκανε ζέστη. Ζέστη ζεστή και αφόρητη. Και τότε την είδα να βγάζει το σπαθάκι της και στην καρδιά να το καρφώνει. Στην καρδιά της, όπως το είχε υποσχεθεί. Θα της το ζήταγα να το κάνει, αλλά εκείνη ακόμα και σ’ αυτό με πρόλαβε. Δεν τρόμαξα. Το περίμενα. Ίσως όχι τόσο γρήγορα, αλλά το περίμενα. Και είδα το σπαθί όλο της το σώμα να διαπερνά και κάπου απ’ τα χαμηλά της πλάτης της να ξαναβγαίνει. Και έπειτα άρχισε το αίμα της να ρέει.
Δεν έσταζε σταγόνα τη σταγόνα. Δεν είχε χρόνο. Βιαζόταν το αίμα και έτρεχε ποτάμι. Ποτάμια δυο. Ένα από κάθε της πληγή που το σπαθί τής είχε ανοίξει. Και ο κόσμος όλος πνίγηκε στο αίμα. Τι κόσμος χαζός! Τι λάθος! Μόνο στη θάλασσα του έμαθαν να κολυμπάει. Κι όμως, αν το ήξερε, στο αίμα το ίδιο και ίσως πιο εύκολο ακόμα είναι.
Μόνο εγώ επέζησα. Πάλεψα με τα κύματα και από την άβυσσο του πώς στου πότε βγήκα τις ακτές. Κι έτσι συνήλθα. Πως ήμουν ζαλισμένος τόσο το λησμόνησα. Ξύπνησα και είδα να έχει ανθίσει τριγύρω μου ο κόσμος. Αμαρυλλίδες με τις ρίζες τους βαθιά στο πού καλά κρυμμένες. Μάζεψα αρκετές. Μπουκέτο έφτιαξα μοναδικό και το άλλο βράδυ που την είδα της το πρόσφερα.
Στο πρώτο μας το ραντεβού. Στο τελευταίο.
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011
Τρίτη 5 Ιουλίου 2011
Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011
De Chirico
Δε θα ξεχάσω ποτέ πώς έτρεμε όταν την αγκάλιασα.
Είχε μόλις λούσει τα μαλλιά της και είχαν κατσαρώσει ακόμα περισσότερο. Μου φάνηκαν πιο κοντά, αλλά μάλλον έτσι φαίνονται τα κατσαρά μαλλιά, όταν κατσαρώνουν περισσότερο.
Δε μιλούσε. Δεν έκλαιγε. Μόνο που έτρεμε. Τρόμαξα και έκανα να την αφήσω. Μα εκείνη δε μ’ άφησε.
Θα έφευγα εκείνο το απόγευμα και δε θα ξαναβρισκόμασταν ποτέ. Δεν έπρεπε.
Ανταλλάξαμε καρτ ποστάλ με εικόνες από την πινακοθήκη της πόλης. Εγώ της έδωσα μια του Νταλί κι έγραψα το τηλέφωνό μου από πίσω. Εκείνη μια του ντε Κίρικο κι από πίσω έγραψε Λίζα.
Τι αστείο! Με τον ντε Κίρικο έχουμε γεννηθεί στην ίδια πόλη.
Είχε μόλις λούσει τα μαλλιά της και είχαν κατσαρώσει ακόμα περισσότερο. Μου φάνηκαν πιο κοντά, αλλά μάλλον έτσι φαίνονται τα κατσαρά μαλλιά, όταν κατσαρώνουν περισσότερο.
Δε μιλούσε. Δεν έκλαιγε. Μόνο που έτρεμε. Τρόμαξα και έκανα να την αφήσω. Μα εκείνη δε μ’ άφησε.
Θα έφευγα εκείνο το απόγευμα και δε θα ξαναβρισκόμασταν ποτέ. Δεν έπρεπε.
Ανταλλάξαμε καρτ ποστάλ με εικόνες από την πινακοθήκη της πόλης. Εγώ της έδωσα μια του Νταλί κι έγραψα το τηλέφωνό μου από πίσω. Εκείνη μια του ντε Κίρικο κι από πίσω έγραψε Λίζα.
Τι αστείο! Με τον ντε Κίρικο έχουμε γεννηθεί στην ίδια πόλη.
Κυριακή 3 Ιουλίου 2011
O Χαζόδρακος
Μια
φορά κι έναν καιρό όλος ο κόσμος ήταν χαζός. Τόσο χαζός που πίστευε στα
παραμύθια. Και νόμιζε πως όλα αυτά που του έλεγαν είχαν στ’ αλήθεια κάποτε
συμβεί. Τόσο χαζός κόσμος!
Έπειτα όμως ο κόσμος
άρχισε να γίνεται πιο έξυπνος. Και όλο και λιγότεροι πίστευαν στα παραμύθια.
Στο τέλος ούτε ένας χαζός άνθρωπος δεν έμεινε. Αλλά και έξυπνος ο κόσμος και
πάλι πιο χαζός φαινόταν.
Κι ύστερα φτάσαμε τα
παραμύθια να τα πιστεύουν μόνο οι ήρωές τους. Νεράιδες και μάγισσες, δράκοι και
πρίγκιπες, όλοι τους εξακολουθούσαν να ζουν εκεί, μέσα στη χαζομάρα τους, αφού
δεν μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς. Πώς να υπάρξεις, αν δεν πιστεύεις στο δικό
σου παραμύθι;
Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους
χαζοήρωες ξεχώριζε ένας δράκος, που ήτανε, λέει, τόσο χαζός που και οι χαζοί
ακόμα για χαζό τον είχαν. Κι ας μην το καταλάβαινε ο ίδιος. Ο καημένος, όχι
μόνο δεν ένιωθε πως ήτανε χαζός, αλλά ούτε καν πως ήταν δράκος δεν το έβλεπε.
Τόσο χαζός δράκος!
Αφού, λοιπόν, δεν πίστευε
πως ήταν δράκος, έπρεπε να βρει έναν άλλο ρόλο στον κόσμο των παραμυθιών, που
πιο πολύ να του ταιριάζει. Έτσι έβαλε κάτω το λιγοστό μυαλό που είχε και άρχισε
να σκέφτεται. Ήταν στ’ αλήθεια πολύ αστείο να βλέπεις έναν τόσο χαζό δράκο τόσο
πολύ να σκέφτεται. Του πήρε χρόνια να το βρει. Στο τέλος το αποφάσισε. Αφού
δράκος δεν του άρεσε, θα ήταν, λέει, πρίγκιπας!
Και άρχισε ο δράκος να
φέρεται σαν πρίγκιπας. Φόρεσε κορόνα στο χοντρό κεφάλι του. Κρέμασε στη μέση
του σπαθάκι. Και πήρε τους δρόμους αναζητώντας τρόπο να αποδείξει την
πριγκιποσύνη του. Γεμάτοι από κινδύνους ήταν οι δρόμοι στον κόσμο των
παραμυθιών. Σε κάθε στροφή, σε κάθε σελίδα κι ένας παραμυθένιος κίνδυνος. Γι’
αυτό και στον παραμυθόκοσμο ένας γενναίος πρίγκιπας σπάνια έμενε άνεργος.
Αλλά είπαμε, ήταν χαζός ο
κόσμος των παραμυθιών, αλλά όχι πια και τόσο. Κάθε φορά που πήγαινε ο δράκος να
το παίξει πρίγκιπας και να τα βάλει με πονηρά τέρατα και μάγισσες πανούργες, ο
κόσμος τρόμαζε πιο πολύ με αυτόν παρά με εκείνους από τους οποίους προσπαθούσε
να τον σώσει. Και συνέχιζε το κακό να κάνει τη δουλειά του ανενόχλητο.
Οι άλλοι δράκοι, που είδαν
τον δικό τους να φέρεται τόσο αστεία και αλλοπρόσαλλα, θύμωσαν στην αρχή. Σύντομα,
όμως, το ρίξανε στην πλάκα και κάνανε στα αστεία πως τρομάζανε όταν τον
συναντούσαν. Κι ύστερα τον βαρέθηκαν, κι ύστερα τον ξεχάσαν. Και μόνο η μάνα
του η δράκαινα έμεινε για να προσπαθεί μυαλό για να του βάλει. Μα εκείνος πού
να ακούσει. Γιατί είχε ήδη αρχίσει ο κόσμος από τότε μεγάλη χαζομάρα να θεωρεί
να ακούει τις μανάδες.
Κι όμως, στον κόσμο των
παραμυθιών, όσο χαζός και να ’σαι, πάντα θα βρεθεί κάποιος πιο χαζός ακόμα κι από
εσένα. Και κάπως έτσι βρέθηκε μια όμορφη πριγκίπισσα – μια Ομορφοκατερίνα. Που
πιο όμορφη δεν είχε ξαναγεννηθεί ποτέ σε παραμύθι. Μόνο που εκτός από όμορφη
ήτανε και χαζούλα. Δεν ήταν απλά χαζή. Ήταν η χαζομάρα η ίδια! Αλλιώς δεν
εξηγείται πώς από ολόκληρο τον κόσμο των παραμυθιών αυτή μονάχα είδε τον
πρίγκιπα στο πρόσωπο του δράκου. Και κάλεσε τον ψευτοπρίγκιπα να έρθει να τη
σώσει. Και τότε έτρεξε αυτός κουνώντας τη ουρά του.
«Τι έχεις, όμορφη
πριγκίπισσα; Πες μου, τι σε τρομάζει;», ρώτησε ο Χαζόδρακος. Κι εκείνη
τρέμοντας από το φόβο απάντησε: «Σώσε με, πρίγκιπα καλέ! Φοβάμαι! Κινδυνεύω!
Δεν ξέρω από τι, μα δεν μπορεί, για να φοβάμαι τόσο, κάτι πολύ φοβιστικό εδώ
τριγύρω υπάρχει.» Έξυσε το χοντροκέφαλό του ο δράκος, σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και
τέλος έβγαλε φάλτσα φωνή πριγκιπική και είπε: «Πώς να σε σώσω; Από τι; Πώς να
σε βοηθήσω, αν ούτε εσύ δεν ξέρεις τι είναι αυτό που λες ότι φοβάσαι; Με ποιο
κακό αόρατο θες τώρα να τα βάλω;» «Δεν ξέρω», τσίριξε η πριγκίπισσα, «βρες το
και σώσε με από αυτό! Κι αυτό δουλειά πριγκιπική νομίζω ότι είναι.»
Και είχε δίκιο. Όταν το
κακό παραείναι κακό και πονηρό και κρύβεται τόσο καλά που λες πως δεν υπάρχει,
πρέπει να το ανακαλύπτεις, αν όχι και να το επινοείς, πριν ξεκινήσεις να το
πολεμάς. Το κακό είναι κακό. Και είναι πάντα εκεί. Κι εσύ ας μη το βλέπεις – σε
βλέπει εκείνο μια χαρά.
Όμως αρκετά το φιλοσόφησαν
κι ερχότανε κι η νύχτα. Έπρεπε κάπου να κρυφτούν. Αν ήταν να τα βάλουνε με το
κακό, ας ήταν έστω μέρα. Γιατί τη νύχτα το κακό δεν παίζεται!
Πήρε ο Χαζόδρακος την
Πριγκιποκατερίνα και την ανέβασε στην πλάτη του. Και μέσα σε μία σπηλιά έτρεξε
να την κρύψει. Χάρηκε η πριγκίπισσα που βρέθηκε επιτέλους ένας πρίγκιπας για να
την προστατέψει. Κι ας ήταν ψευτοπρίγκιπας. Τι σημασία είχε; Και από τη μεγάλη
της χαρά έσκασε ένα χαμόγελο στον δρακοπρίγκιπά της. Την είδε ο δράκος να
χαμογελά κι άρχισε να φωνάζει: «Τι κάνεις εκεί;», ακούστηκε η δρακοφωνή μες στα
πριγκιπολόγια. «Φέγγει μες στο σκοτάδι το χαμόγελο. Φέγγει και μας προδίδει. Θα
δει το φως από μακριά και θα έρθει να τρυπώσει μες στη σπηλιά μας το κακό. Κι αλίμονό
μας τότε...»
Μα πού να τον ακούσει η
Πριγκίπισσα. Πού να το κρύψει τέτοιο φωτεινό χαμόγελο; Πού να χωρέσει τόση
ευτυχία; Κι όλο και το χαμόγελο μεγάλωνε. Φώτιζε όλη τη σπηλιά. Έσβηνε το
σκοτάδι. Πάλευε να τη σταματήσει ο ψευτοπρίγκιπας. Μα μέσα του χαιρότανε κι
αυτός που έκανε μια τόσο όμορφη πριγκίπισσα τόσο ευτυχισμένη.
Και τότε, για μια στιγμή τουλάχιστον,
τα άφησε πίσω του όλα. Τις κοροϊδίες των ανθρώπων, των φίλων του την
περιφρόνηση, της μάνας τις φοβέρες. Ο κόσμος έξω από τη σπηλιά έπαψε να
υπάρχει. Και ήταν το χαμόγελο αυτό ένας καινούριος κόσμος.
Μα ακόμα και στων
παραμυθιών τον κόσμο τέτοιες μοναδικές στιγμές μια στιγμή κρατάνε. Και τότε
πονηροί ψίθυροι, τότε κραυγές πανούργες άρχισαν να ακούγονται. Ταράχτηκε ο δράκος
ο χαζός. «Σου το ’πα, όμορφη πριγκίπισσα. Σταμάτα να χαμογελάς! Είδε την
ευτυχία το κακό κι ήρθε να σου την πάρει.» Μα εκείνη δεν τον άκουγε. Μόνο στα
μάτια τον κοιτούσε. Κι αρχίσανε και τα μάτια της κι αυτά να του χαμογελούν. Και
τα αυτιά. Και όλα! «Δεν το φοβάμαι το κακό. Αφού έχω τώρα εδώ στο πλάι μου
τέτοιον γενναίο πρίγκιπα. Το κακό είναι που πρέπει τώρα να μας φοβάται.»
Και τότε όλα ξαναγύρισαν εκεί
μες στου Χαζόδρακου το αδειανό το κεφάλι. «Δεν είμαι αυτός που νομίζεις,
Πριγκιποκατερίνα μου. Κι όσο και να το θέλω, με ολόκληρη τη χαζούλα μου καρδιά,
πρίγκιπας δεν μπορώ να γίνω.» Πέταξε την κορόνα απ’ το χοντρό κεφάλι του. Ξεκρέμασε
το σπαθάκι. Χάθηκε ο ψευτοπρίγκιπας. Κι έμεινε ο δράκος ο χαζός με την ουρά
ανάμεσα στα σκέλια. Έσβησε το χαμόγελο που φώτιζε τη σκοτεινή σπηλιά. Κι η
όμορφη άρχισε ξανά πριγκιπικά να τρέμει.
Δεν έτρεμε όμως τώρα πια
από το φόβο της. Έτρεμε απ’ τον θυμό της. Που από ολόκληρο τον κόσμο των
παραμυθιών τέτοιος ρεζίλης ψευτοπρίγκιπας αυτής της είχε τύχει. Που και το κακό
ακόμα δεν τη σεβάστηκε μια τέτοια όμορφη πριγκίπισσα. Κι έστειλε από τους
δράκους του τον πιο χαζό, τον πιο δειλό, τον πιο μπερδεμένο. Απ’ έξω απ’ τη
σπηλιά σφυρίζανε τα τέρατα τα πονηρά, ούρλιαζαν οι πανούργες μάγισσες. Κι
εκείνη, τέτοια Πριγκιποκατερίνα, να είναι εκεί μες στη σπηλιά με έναν χαζόδράκο
στα γόνατα να μυξοκλαίει.
Μύρισε ο δράκος της
όμορφης πριγκίπισσας το θυμό και θύμωσε κι εκείνος. Βουίξανε στα αυτιά του της
μάνας του οι φοβέρες κι οι κοροϊδίες των φίλων του. Κι όπως πριν λίγο έζησε πρώτη
φορά την ευτυχία η πριγκίπισσα, έτσι κι ο δράκος ο χαζός ένιωσε για πρώτη του
φορά την οργή μέσα του να γεννιέται. Και μόνο τότε δράκος φοβερός φάνηκε στ’
αλήθεια.
Δεν πρόλαβε να τρομάξει η
όμορφη πριγκίπισσα. Άνοιξε τα σαγόνια του ο Χαζόδρακος και την κατάπιε έτσι,
ακόμα θυμωμένη. Έγλυψε τα χείλια του με την τεράστιά του γλώσσα. Χάιδεψε τη
στρογγυλή κοιλιά του. Γουργούρισε με απόλαυση, που του έτυχε και νοστιμεύτηκε
τέτοιον πριγκιπικό θυμό.
Μα τι κι αν χάθηκε έτσι
για πάντα τέτοια όμορφη πριγκίπισσα. Τι κι αν απόμεινε μονάχος μέσα στη
σκοτεινή σπηλιά του. Απ’ έξω ακόμα φούντωναν οι ψίθυροι οι πονηροί και οι
πανούργες οι κραυγές. Πεινούσε ακόμα το κακό. Κι αν δε χορτάσει το κακό
θεριεύει και κακό ακόμα πιο μεγάλο γίνεται.
Κι ο δράκος ο χαζός, όσο
χαζός και να ’ταν, το κατάλαβε. Κρατούσε ακόμα η νύχτα. Ξανάβαλε την κορόνα
του. Κρέμασε το σπαθάκι. Και την ψευτοπριγκιποσύνη του, που ανήμπορος πριν από
λίγο στην όμορφη πριγκίπισσα αρνήθηκε, τη φόρεσε κι αυτή ξανά σαν πανοπλία
χάρτινη.
Και βγήκε έξω να τα βάλει
με το κακό. Κι ήταν η πείνα του κακού μεγάλη. Μα δέχτηκε ο Χαζόδρακος. Αφού δεν
μπόρεσε σαν πρίγκιπας να ζήσει, ας πέθαινε σαν πρίγκιπας.
Σάββατο 2 Ιουλίου 2011
Ο κακός ο άνθρωπος
Είμαι ο πιο κακός άνθρωπος στον κόσμο.
Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εντάξει, μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή και στα ταξίδια μου – και δεν είναι και λίγοι – χειρότερος από εμένα δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
Είμαι πραγματικά κακός. Έχω πλήρη αντίληψη της κακότητάς μου και, όποτε τη φανερώνω, το κάνω συνειδητά. Δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από άλλα κατώτερα ένστικτα. Μίσος, πικρία, ζήλια, εκδίκηση, όλα αυτά τα περιφρονώ. Δεν τα χρειάζομαι για να είμαι κακός.
Η δική μου κακία είναι αγνή. Πρωτογενής. Αυθύπαρκτη. Ξυπνάει μέσα μου όπως η πείνα το μεσημέρι και η νύστα αργά το βράδυ.
Δεν μου την εμπνέουν το περιβάλλον μου και οι άλλοι. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να είμαι κακός για τους άλλους. Είμαι κακός για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι οι άλλοι που την εισπράττουν, αλλά – ειλικρινά – δεν μισώ, ούτε καν αντιπαθώ κανέναν τους. Αντιθέτως. Πολλούς απ’ αυτούς τους αγαπώ. Ίσως και όλους.
Κάποιους μάλιστα τους αγαπώ περισσότερο. Σ’ αυτούς αφιερώνω και το μεγαλύτερο μέρος της κακίας μου. Οι πιο αδύναμοι υποφέρουν. Οι πιο δυνατοί μού την ανταποδίδουν. Και ο κόσμος προχωρά. Και η ζωή συνεχίζεται.
Δεν μπορώ να ξέρω αν γεννήθηκα κακός. Δεν θυμάμαι. Κι όμως, είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω τέτοιος.
Είμαι στ’ αλήθεια περήφανος για την κακία μου. Είναι το αγαπημένο παιδί. Το σημαντικότερο δημιούργημά μου. Έργο ζωής.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, προσπάθησα να απαλλαγώ από αυτήν και να αλλάξω. Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα την πλάνη μου.
Δεν γίνεται να είναι κανείς και ερωτευμένος και καλός άνθρωπος.
Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εντάξει, μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή και στα ταξίδια μου – και δεν είναι και λίγοι – χειρότερος από εμένα δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
Είμαι πραγματικά κακός. Έχω πλήρη αντίληψη της κακότητάς μου και, όποτε τη φανερώνω, το κάνω συνειδητά. Δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από άλλα κατώτερα ένστικτα. Μίσος, πικρία, ζήλια, εκδίκηση, όλα αυτά τα περιφρονώ. Δεν τα χρειάζομαι για να είμαι κακός.
Η δική μου κακία είναι αγνή. Πρωτογενής. Αυθύπαρκτη. Ξυπνάει μέσα μου όπως η πείνα το μεσημέρι και η νύστα αργά το βράδυ.
Δεν μου την εμπνέουν το περιβάλλον μου και οι άλλοι. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να είμαι κακός για τους άλλους. Είμαι κακός για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι οι άλλοι που την εισπράττουν, αλλά – ειλικρινά – δεν μισώ, ούτε καν αντιπαθώ κανέναν τους. Αντιθέτως. Πολλούς απ’ αυτούς τους αγαπώ. Ίσως και όλους.
Κάποιους μάλιστα τους αγαπώ περισσότερο. Σ’ αυτούς αφιερώνω και το μεγαλύτερο μέρος της κακίας μου. Οι πιο αδύναμοι υποφέρουν. Οι πιο δυνατοί μού την ανταποδίδουν. Και ο κόσμος προχωρά. Και η ζωή συνεχίζεται.
Δεν μπορώ να ξέρω αν γεννήθηκα κακός. Δεν θυμάμαι. Κι όμως, είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω τέτοιος.
Είμαι στ’ αλήθεια περήφανος για την κακία μου. Είναι το αγαπημένο παιδί. Το σημαντικότερο δημιούργημά μου. Έργο ζωής.
Κάποτε, όταν ήμουν νέος, προσπάθησα να απαλλαγώ από αυτήν και να αλλάξω. Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα την πλάνη μου.
Δεν γίνεται να είναι κανείς και ερωτευμένος και καλός άνθρωπος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
