Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
Κυριακή 5 Ιουνίου 2011
ο θησαυρός του Αγίου Μιλιτάριου
Στις αρχές της δεκαετίας του 19…, εξαιτίας μιας πολύ αστείας και μακάβριας παρεξήγησης, η πόλη ολόκληρη βρέθηκε για τελευταία μάλλον φορά κάτω από ξένη κατοχή. Οι δεκαετίες και οι κατοχές που ακολούθησαν ήταν όλες δικές μας και για το λόγο αυτόν δε μετράνε για τους ιστορικούς και ίσως μονάχα για τη γεωγραφία και για την υψηλή ραπτική να έχουν κάποια, ελάχιστη πάντως, σημασία. Και έπειτα ξένη κατοχή πλέον δε γίνεται να υπάρξει, αφού ούτε καν ξένοι δεν υπάρχουν πια.
Οι ξένοι τότε, αν και στην αρχή ήρθανε σαν φίλοι παλιοί, νέοι προστάτες και αιώνιοι θαυμαστές της πόλης, όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν και πολύ δημοφιλείς εδώ, στους ανθρώπους. Και η πόλη, αν και πάντοτε φημιζότανε για τη $μέχρις ανοησίας καμιά φορά$ φιλοξενία της, ποτέ δεν τους φέρθηκε ιδιαίτερα φιλικά και όλο αναζητούσε ευκαιρίες και αφορμές να τους στενοχωρεί και να τους πληγώνει. Για αυτό το λόγο και εκείνοι σύντομα άρχισαν να θυμώνουν, να σκληραίνουν και να αγριεύουν και αντί για δημόσιες σχέσεις, να κάνουνε διάφορα άσχημα πράγματα.
Ένα από αυτά $και σίγουρα όχι το χειρότερο$ ήταν όταν στον τρίτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι έβγαλαν ένα παράξενο διάταγμα, με το οποίο ζητούσαν από όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλης, να τους παραδώσει ο καθένας τους ό,τι πιο πολύτιμο διέθετε, προστάτευε και αγαπούσε.
Αυτό έβαλε την πόλη σε μεγάλους μπελάδες, αφού οι άνθρωποι τότε με δυσκολία κατόρθωναν να ξεχωρίσουνε τι είναι πολύτιμο και τι όχι και ούτε που είχαν ποτέ σκεφτεί ως τότε ότι μπορεί μια μέρα να στερηθούν εκείνα που δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν και να αγαπάνε. Έτσι, ενώ κάποιοι βιάστηκαν να παραδώσουν τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους, οι περισσότεροι προτίμησαν να προσφέρουν στους κατακτητές πανάκριβα κοσμήματα, κακόγουστα έργα τέχνης και σπάνια γραμματόσημα.
Οι δυνάμεις κατοχής, όταν είδαν όλα ετούτα τα πολύτιμα, τα χάσανε και άρχισαν να λένε πως να, δεν ήτανε ανάγκη και πως εκείνοι ένα αστείο έκαναν, μωρέ, για να περάσει η ώρα. Αλλά οι δικοί μας επιμένανε και έλεγαν πως αν τελικά οι ξένοι δεν τα έπαιρναν, θα γινόταν μεγάλη παρεξήγηση. Έτσι, οι ξένοι συγκέντρωσαν όλον αυτόν τον πλούτο, που οι διαρρήκτες και οι ιστορικοί του $τότε$ μέλλοντος ονόμασαν «ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου*», στα υπόγεια μιας εκκλησίας, όπου στεγάζονταν την εποχή εκείνη η λέσχη επιτραπέζιας αντισφαίρισης και το διοικητήριό τους.
Στον έκτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι βαρέθηκαν και αρχίσανε να τα μαζεύουν για να φύγουν, πάνω που η πόλη είχε αρχίσει να τους ανέχεται και να τους συνηθίζει. Επειδή, όμως, ήταν και λιγάκι ανέμελοι και ξεχασιάρηδες, έφυγαν χωρίς να πάρουνε μαζί τους τον περίφημο θησαυρό.
Δέκα χρόνια μετά, οι άνθρωποι θυμήθηκαν ξαφνικά το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, όταν σε ένα τηλεπαιχνίδι άκουσαν τον παρουσιαστή να ρωτά τους διαγωνιζόμενους, εάν αξίζει, άραγε, να κερδίσει κανείς ολόκληρο τον κόσμο και για αντάλλαγμα να χάσει την ψυχή του. Τότε βγήκανε όλοι τους στους δρόμους και απαίτησαν να μάθουν που βρίσκονται τα πολύτιμά τους, που ο θρύλος και η αφέλεια τα είχαν κάνει να μοιάζουν ακόμα πιο πολύτιμα από ό,τι ήταν, όταν πριν δέκα χρόνια τα παρέδιδαν με τόση άνεση στους ξένους.
Έτσι, αφού έψαξαν σχεδόν παντού στην πόλη, στο τέλος -αποτελεί συνταγματικό έθιμό της πόλης οι έξυπνοι να κάνουν στην αρχή αυτό που αφήνουνε οι βλάκες για το τέλος- κατέληξαν στα υπόγεια του ιερού ναού του αγίου Μιλιτάριου. Μα εκεί, αντί για το θησαυρό, ανακαλύψανε έναν μονάχα ξένο στρατιώτη, που τον είχανε και αυτόν ξεχάσει οι κατακτητές πίσω τους την πόλη εγκαταλείποντας και αυτός καθόταν τόσα χρόνια εκεί, σαν βλάκας και περίμενε, νομίζοντας πως οι φίλοι του είχανε πεταχτεί για τσιγάρα στο περίπτερο.
Ο ξεχασμένος, αφού έφαγε, ήπιε, πλύθηκε και ξυρίστηκε, φανέρωσε στους σωτήρες του πως, αν και αρχικά οι ξένοι συγκεντρώσανε όλα του κόσμου τα πολύτιμα στα υπόγεια της εκκλησίας, αυτά δεν έμειναν για πολύ καιρό εκεί, αλλά σύντομα μεταφέρθηκαν αλλού, σε άλλη καλύτερη κρυψώνα, επειδή, λέει, φοβόντουσαν οι κατακτητές μην τους τα κλέψουν πίσω οι άνθρωποι της πόλης.
Έντεκα διαφορετικά σημεία στην πόλη και τα περίχωρα φιλοξενήσανε το θησαυρό κατά τη διάρκεια της κατοχής. Κάθε φορά, ωστόσο, που ένα απόσπασμα των ξένων αναλάμβανε τη μυστική αποστολή να μεταφέρει και να κρύψει τα πολύτιμα, δινόταν στον αρχηγό του αποσπάσματος κρυφά η εντολή να σκοτώσει τους υπόλοιπους, έτσι ώστε κανείς τους να μην τολμήσει και να σκεφτεί ακόμα να μαρτυρήσει την κρυψώνα.
Την τελευταία όμως φορά, ο τελευταίος αρχηγός του τελευταίου αποσπάσματος μπερδεύτηκε και από αγνό πατριωτισμό και ζήλο υπερβάλλοντα μαζί με το απόσπασμα εκτέλεσε και τον εαυτό του και έφυγε παίρνοντας μαζί το μυστικό.
Η διοίκηση των κατοχικών εξοργίστηκε στην αρχή με την επιπόλαια πράξη του αυτή, στη συνέχεια δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια και στο τέλος είπε, «Πάλι καλά, αφού με τόσες συχνές μετακινήσεις, τόσες κρυψώνες και τόσες εκτελέσεις, είχανε οι δυνάμεις μας αποδεκατιστεί».
Οι άνθρωποι, φυσικά, ούτε μια λέξη δεν πιστέψανε από όσα τους ξεφούρνισε ο ξένος στρατιώτης, αλλά επειδή τους φάνηκε φιλότιμο και καλόκαρδο παιδί, τον υιοθέτησαν και φρόντισαν μάλιστα να του βρουν κι ένα καλό κορίτσι.
Το καλό κορίτσι και ο ξεχασμένος στρατιώτης παντρεύτηκαν στην εκκλησία του αγίου Μιλιτάριου και έτσι μαζί συνέχισαν να ζούνε εκεί κάτω στα υπόγεια, όπου και δεκατέσσερα χρόνια μετά και ύστερα από προσπάθειες υπεράνθρωπες και εξωφρενικές συμπτώσεις, κατάφεραν να γίνουνε γονείς.
Ο γιος τους μεγαλώνοντας άρχισε να εμφανίζει ξεχωριστές αρετές, αλλά και να συμπεριφέρεται ολοένα και πιο αλλόκοτα. Μέχρι που, στο τέλος της εφηβείας του, αποφάσισε να αφήσει τον πατέρα και τη μάνα του και της εκκλησίας τα υπόγεια για να γίνει αστυνομικός. Έτσι, οι γονείς του γέρασαν και πεθάνανε μαζί στα βάθη του ιερού ναού με το παράπονο που δεν κατάφεραν να δούνε το γιο τους χορευτή, όπως πάντα το ονειρευόντουσαν.
Στο μεταξύ, το μυστήριο του θησαυρού των πολυτίμων φαίνεται πως είχε και πάλι για την ώρα ξεχαστεί, ενώ κατά καιρούς άλλοι θησαυροί και άλλα μυστήρια ερχόντουσαν την ήρεμη και μίζερη ζωή της πόλης να την αναστατώσουν. Ώσπου, τον Δεκέμβριο του 200…, ένα τυχαίο γεγονός έφερε ξανά στην επιφάνεια μυστήριο μαζί και θησαυρό.
Στην άκρη των ανατολικών συνοικιών της πόλης, εκεί όπου σήμερα ανατολή και δύση σμίγουν, συμπίπτουν και ενώνονται**, ζούσε ένας μηχανικός παρέα με το γάτο του. Ο μηχανικός αυτός είχε από χρόνια υποβάλει ένα σχέδιο για τη δημιουργία μιας υπόγειας σήραγγας, που θα ένωνε το κέντρο με τους αντίποδες της πόλης, διαπερνώντας κάθετα τον ίδιο τον πυρήνα του πλανήτη. Επειδή, όμως, βαρέθηκε να περιμένει από την πόλη να εγκρίνει τις φιλοδοξίες του και να τις χρηματοδοτήσει, ξεκίνησε με δικό του κόπο και έξοδα προσωπικά να πραγματοποιήσει το μεγαλόπνοο αυτό εγχείρημα, ανοίγοντας μια τρύπα στο κέντρο της αυλής του.
Οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν και πολλά πράγματα, αλλά ευτυχώς σε αυτό βοηθούσε από κοντά και ο γάτος, που τότε θεωρούνταν στην πόλη ένας από τους καλύτερους ζωγράφους. Οι πίνακες του γάτου πωλούνταν ολοένα και σε υψηλότερες τιμές και ο μηχανικός, ως ιδιοκτήτης και διαχειριστής του τετράποδου καλλιτέχνη και των πνευματικών του δικαιωμάτων, κατάφερε σύντομα να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, τα οποία και επένδυσε στην υλοποίηση του οράματός του.
Οι ανασκαπτικές εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού, την εποχή που όλοι οι άλλοι κάτοικοι της πόλης σχεδίαζαν ταξίδια και διακοπές σε παρθένες γειτονιές και συνοικίες μακρινές και ανεξερεύνητες. Επτά μήνες μετά, ωστόσο, ο μηχανικός δεν είχε καταφέρει παρά να προχωρήσει τη σήραγγά του μόλις μερικές δεκάδες μέτρα.
Ήταν ένα ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, όταν τον συνάντησα χλωμό και κουρασμένο να κάθεται πάνω από την τρύπα του με ένα μολύβι και ένα θαλασσί τετράδιο και να κάνει υπολογισμούς και πράξεις. Ήταν η εποχή που ξεκινούσα από νωρίς παρέα με τον τότε μελλοντικό μου γείτονα, τον γέρο λαχειοπώλη και τριγυρνούσαμε την πόλη ψάχνοντας πώς εκείνος θα πουλήσει τους λαχνούς και πώς εγώ θα βρω να αγοράσω ιστορίες.
Όταν βρεθήκαμε να περνάμε έξω από το εργοτάξιο και την αυλή του μηχανικού, ο γάτος του έτρεξε στα κάγκελα να μας υποδεχτεί βαστώντας στα δόντια του μια προσωπογραφία. Ο μηχανικός εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να διαιρέσει τη διάμετρο του πλανήτη με την απόσταση που είχε μέχρι τότε σε βάθος προχωρήσει και αυτό να το πολλαπλασιάσει με το προσδόκιμο όριο ζωής των μηχανικών της πόλης, φαινόταν να περνάει από τη θλίψη στην κατάθλιψη και έτσι, ελάχιστη σημασία μας έδωσε. Εγώ, ωστόσο, έδειξα ζωηρό ενδιαφέρον για τη ζωγραφιά του γάτου, αφού την εποχή εκείνη είχα μόλις νοικιάσει το νέο μου δωμάτιο και προσπαθούσα να κρύψω το λευκό των τοίχων μου και να ανοίξω πάνω τους φανταστικά παράθυρα.
Έτσι, φώναξα τον μηχανικό, ρωτώντας τον πόσο κοστίζει ο πίνακας. Εκείνος τρόμαξε πολύ, έτσι ξαφνικά που τον ανέσυρα από το βυθό των λογισμών του και από την πολύ τρομάρα του παραλίγο να γκρεμιστεί μέσα στην ίδια του την τρύπα, μειώνοντας ακόμα περισσότερο το προσδόκιμο όριο ζωής των οραματιστών της πόλης.
Ο μηχανικός άφησε το θαλασσί τετράδιο και το μολύβι του και με ένα ψεύτικο χαμόγελο πλησίασε με βήματα αργά και σταθερά τα κάγκελα και το πορτοφόλι μου. Η τιμή που μου πρότεινε μου φάνηκε υπερβολική και καθώς δεν είχα όρεξη και χρόνο για παζάρια, αρνήθηκα ευγενικά. Η άρνησή μου αυτή προκάλεσε μια μικρή, μα αλίμονο εμφανή, αλλοίωση στον πίνακα του γάτου, αφού το πρόσωπο στην εικόνα φάνηκε για μια στιγμή τα φρύδια του να σμίγει και έπειτα να σχηματίζει μικρές καμπύλες γύρω από τις άκρες των χειλιών, που, αν και δεν είμαι ειδικός, μάλλον φανέρωναν λύπη και απογοήτευση.
Ήμουν έτοιμος να αρχίσω να απολογούμαι στον γάτο και στο πορτραίτο του, όταν ο μηχανικός μου πρότεινε να ανταλλάξουμε τη ζωγραφιά με μερικούς από τους λαχνούς που ο γέρος φίλος μου πουλούσε. Ο λαχειοπώλης αμέσως προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει και έτσι τελικά απέκτησα το πρόσωπο αυτό που με κοιτάζει από ψηλά την ώρα αυτή που γράφω.
Ο γάτος, φανερά ικανοποιημένος αλλά και σκυθρωπός ταυτόχρονα, απομακρύνθηκε βιαστικά και αφού έκανε τρεις βόλτες γύρω από την τρύπα του μηχανικού, βούτηξε μέσα της τσιρίζοντας. Το αφεντικό του μας καθησύχασε αμέσως, λέγοντάς μας πως τις συνηθίζει κάτι τέτοιες απόπειρες κάθε φορά που αναγκάζεται να αποχωριστεί ένα δικό του έργο, αλλά πάντα μετά επιστρέφει πίσω, στην επιφάνεια και ξαναρχίζει.
«Πώς λέγεται ο καλλιτέχνης;», ρώτησα, την ώρα που ο μηχανικός μετρούσε τους λαχνούς του. «Γκούσταβ», απάντησε εκείνος. «Τον ονόμασα έτσι προς τιμήν του μεγάλου ζωγράφου, Γκούσταβ Κλιμτ, του οποίου η τεχνοτροπία, όπως θα έχετε και ο ίδιος ίσως παρατηρήσει, συγγενεύει με αυτή του γάτου. «Πράγματι», έσπευσα, παρατηρώντας με μάτια μισόκλειστα τη ζωγραφιά, να συμφωνήσω.
Ένιωσα τότε την ανάσα του γείτονά μου πάνω από τον ώμο μου, καθώς προσπαθούσε να δει ή μάλλον να μυρίσει από πιο κοντά το πρόσωπο στον πίνακα. «Να μου επιτρέψετε να διαφωνήσω, κύριε!», είπε ο λαχειοπώλης χαϊδεύοντας τα γένια του. «Η τέχνη του γάτου σας είναι σαφώς ανώτερη του προαναφερθέντος καλλιτέχνη, ο οποίος άλλωστε τίποτα καινούριο δεν κατάφερε να προσφέρει στη ζωγραφική εδώ και έναν αιώνα». Ο μηχανικός αφού με κοίταξε για μια στιγμή με βλέμμα που θύμιζε την τρύπα στο κέντρο της αυλής του, γύρισε στο φίλο μου και τον ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, «Τι εννοείτε, κύριε; Τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει ο Γκούσταβ Κλιμτ για τη ζωγραφική, όντας νεκρός εδώ και...;»
Δεν πρόλαβε ολόκληρη την απορία του να ξεδιπλώσει και ο γέρος λαχειοπώλης ξέσπασε σε γέλια νευρικά που του έφεραν δάκρυα στα μάτια και στη συνέχεια του προκάλεσαν σπασμούς και τον έκαναν να διπλωθεί στη μέση και έπειτα να καταρρεύσει στο οδόστρωμα. Βλέποντάς τον να κυλιέται στο δρόμο αφρίζοντας, χαχανίζοντας και απλόχερα σκορπώντας τριγύρω τους λαχνούς του, στην αρχή ανησύχησα, μα δεν άργησα να θυμώσω και ύστερα να ντραπώ για λογαριασμό του φίλου και συνοδοιπόρου μου.
Εκείνος, ευτυχώς, το κατάλαβε και αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε, απολογήθηκε στο μηχανικό, κοιτάζοντας ωστόσο πάντα εμένα, «με συγχωρείτε, αλλά με κάτι τέτοια δυσκολεύομαι να συγκρατηθώ. Άκου όντας νεκρός! Αν θέλετε να ξέρετε, κύριοι, ο Γκούσταβ είναι τόσο όντας νεκρός όσο και εμείς οι τέσσερις! Ζει εδώ και δεκαετίες στον Ισημερινό και την περνάει μια χαρά. Και όποτε γουστάρετε, σας πάω να τον δείτε!»
Ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα θα μάθαινα από το γέρο φίλο μου εκείνο το ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, αν τα λόγια του δε διακόπτονταν αιφνίδια από το επίμονο νιαούρισμα του γάτου. Η φωνή του καλλιτέχνη ακούστηκε απόκοσμη μέσα από την τρύπα του αφέντη του, λες και ήθελε με τον τρόπο αυτό να δώσει την αναφορά του από τα έγκατα της γης. Σωπάσαμε και οι τρεις μας και μείναμε να κοιτάζουμε την τρύπα προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε αυτό που ακούγαμε, μέχρι που ο γάτος εμφανίστηκε ξανά στην επιφάνεια της γης με δυο σειρές κοσμήματα τριγύρω από το λαιμό του στολισμένος.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της πόλης τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκε στο ελάχιστο κομμάτι έκτασης που περιέβαλε τη μαγική αυλή, πολιορκώντας το εργοτάξιο και απαιτώντας τα πολύτιμα. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στην πόλη που να αρνιόταν τις αξιώσεις του πάνω στο μερίδιο που του αντιστοιχούσε από το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, πάνω στον οποίο είχανε πέσει άθελά τους ο γάτος και ο μηχανικός του, ενώ επιδίωκαν να ικανοποιήσουν ο μεν τις καλλιτεχνικές ο δε τις επιστημονικές του ανησυχίες. Όσοι είχανε επιβιώσει από την εποχή της κατοχής των ξένων, αλλά και οι νεότεροι που δεν προλάβανε να γνωρίσουνε καλά-καλά ξένος τι ακριβώς σημαίνει, συνέτασσαν λίστες με διεκδικούμενα αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες. Και όλοι απαιτούσαν από την πόλη άμεσα να τους δικαιώσει, τονίζοντας κυρίως λόγους συναισθηματικούς, που άρρηκτα συνέδεαν αυτούς και τα πολύτιμα.
Η τρύπα του μηχανικού ανακηρύχθηκε μνημείο της πόλης και η πόλη την έθεσε υπό την προστασία και την κατοχή της, ενώ αντί των πολυτίμων, περιορίστηκε να μοιράσει στους κατοίκους της υποσχέσεις και ευχές για τον καινούριο χρόνο. Επίσης ολόκληρο το κτήμα του μηχανικού απαλλοτριώθηκε και στον ίδιο τον πρώην ιδιοκτήτη του δόθηκε ως αντάλλαγμα ένα μικρό διαμέρισμα με θέα στο φεγγάρι. Ωστόσο, δεν του απαγορεύτηκε η είσοδος στο πρώην εργοτάξιο.
Ο μηχανικός μόλις την τελευταία στιγμή γλίτωσε το θάνατο από βαθιά απόγνωση, αφού τον πρόλαβαν η σύζυγός του και ο εραστής της, οι οποίοι αφού τον δολοφόνησαν, κομμάτιασαν το πτώμα του και πέταξαν τα κομμάτια του μες στη μοιραία τρύπα.
Εάν δεν ήταν ο γάτος, τα κομμάτια του άτυχου μηχανικού θα σάπιζαν ξεχασμένα στα έγκατα του απραγματοποίητου ονείρου του. Η αστυνομία καθοδηγούμενη από τα σκίτσα του ζώου, κατέβηκε στον βυθό της τρύπας και αφού ανακάλυψε τα χαμένα κομμάτια και τα ένωσε, συναρμολόγησε ξανά και αναγνώρισε $έστω και μετά θάνατον$ τον μεγάλο αυτό επιστήμονα και οραματιστή.
Ο νεαρός ανθυπαστυνόμος, που ανέλαβε επικεφαλής της υπόθεσης, συνέταξε την αναφορά του, στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι ο μηχανικός αυτοκτόνησε από την απελπισία του, αφού δεν μπόρεσε να δει το φιλόδοξο έργο του να ολοκληρώνεται, κομματιάζοντας τον εαυτό του και πέφτοντας στη συνέχεια μόνος του κομμάτι-κομμάτι στο κενό που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Η υπόθεση μπήκε πανηγυρικά στο αρχείο, ενώ ο ανθυπαστυνόμος προήχθη σε υπαστυνόμο. Στο πάρτυ της προαγωγής του, που έγινε, όπως συνηθίζεται στον τόπο του εγκλήματος, δηλαδή στην παλιά αυλή του θύματος, δεν ήτανε και λίγες οι νεαρές καλλονές της πόλης που του ζητήσανε να τις συνοδέψει στο χορό. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε στις περισσότερες ευγενικά και ίσως σε κάποιες λιγότερο ευγενικά, χωρίς, όμως, να καταφέρει να κρύψει την αμηχανία και τη νευρικότητά του κάτω από τη λαμπερή στολή, τη δίκαιη προαγωγή και τα πολύχρωμα παράσημα.
Λένε πως ο χορός πάντοτε άγχωνε τον υπαστυνόμο. Από τότε που, παιδί ακόμα, οι γονείς του τον πίεζαν να γίνει χορευτής. Λένε ακόμα πως έγινε αστυνομικός μόνο και μόνο από αντίδραση στην έντονη επιθυμία των γονιών του.
Ό,τι και να λένε, πάντως, το σίγουρο είναι πως όλη αυτή η ιστορία με τα κομμάτια και την τρύπα έκανε να ξεχαστεί για ακόμα μια φορά ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου. Ίσως όμως η επόμενη φορά που οι άνθρωποι θα θυμηθούνε τα πολύτιμα να είναι και μοιραία για την ιστορία αυτής της πόλης.
Ίσως μια μέρα οι κάτοικοι της πόλης να ζητήσουνε πίσω ξανά αυτά που κάποτε τόσο υπάκουα παρέδωσαν. Ίσως κάποτε να βγούμε όλοι, ο καθένας κάτι απαιτώντας, εκεί έξω στους δρόμους και πίσω ποτέ να μη γυρίσουμε με άδεια ξανά τα χέρια.
Τέλος, εκδίκηση για τον άγριο φόνο του μηχανικού από τη σύζυγό του και τον εραστή της πήρε ο ίδιος ο ζωγράφος γάτος με τέτοιο τρόπο που έκανε την ίδια την εκδίκηση να μοιάζει με έργο τέχνης. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία***.
* Ο άγιος Μιλιτάριος υπήρξε αναμφίβολα ο πιο αστείος άγιος στην ιστορία όλων των θρησκειών και των δογμάτων. Αν και ορκισμένος άθεος, από καθαρό πείσμα και ξεροκεφαλιά μαρτύρησε και πέθανε με αργό και βασανιστικό -ακόμα και για τους δημίους του- τρόπο, λίγο πριν ανακοινωθεί επίσημα η έγκριση της αίτησης χάριτος, που είχε για λογαριασμό του υποβάλει το σωματείο δεσμοφυλάκων και βασανιστών της πόλης. Σχεδόν τριάντα ώρες μετά το θάνατό του ανακηρύχθηκε άγιος από παρεξήγηση, αφού τον μπέρδεψαν με κάποιον συνονόματο ξάδερφό του, ο οποίος ήταν άνθρωπος σοφός και ευσεβής και θεράπευε τους πονοκεφάλους των ανθρώπων κάνοντας προσευχές και μοιράζοντας ασπιρίνες.
** Η άνευ όρων επέκταση της πόλης και η εξάπλωσή της στην επιφάνεια ολόκληρου του πλανήτη οδήγησαν στη γεωγραφική ταύτιση των ανατολικών και των δυτικών συνοικιών. Πολλοί αποδίδουν το αποτέλεσμα αυτό στο φαινόμενο της αέναης και αμοιβαίας διαστολής της πόλης και συστολής του κόσμου σε συνάρτηση με τη διαρκώς αυξανόμενη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας σε αντιδιαστολή προς την κάθετη πτώση της υγρασίας των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων.
***Η άλλη ιστορία: Η αλήθεια είναι ότι ο Γκούσταβ ποτέ δεν αγάπησε τον κύριο του, όσο εκείνος ζούσε. Ένιωθε πάντα αδικημένος από την εμπορική εκμετάλλευση της ζωγραφικής του και πίστευε πως, αν δεν είχε αυτό το ξεχωριστό ταλέντο της δημιουργίας, δε θα ήταν παρά ένας ασήμαντος ψωρόγατος που θα κουβαλούσε σακιά με χώμα στο μοναχικό και απόμακρο εργοτάξιο. Ουσιαστικά, ο γάτος ανεχόταν τη συνύπαρξή του με το μηχανικό, με μόνη του απαίτηση χαρτιά, πινέλα και μπογιές και πού και πού κανένα πιάτο φρέσκο γάλα. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να αλλάζουν από τη μέρα που η τύχη ανέσυρε από τα βάθη της λησμονιάς τον χαμένο θησαυρό της πόλης. Ο Γκούσταβ νόμισε στην αρχή πως η αύξηση της επισκεψιμότητας στο κτήμα του αφεντικού του είχε να κάνει με τους πίνακές του και υποψιάστηκε πως ο μηχανικός θα τους έβγαζε όλους στο σφυρί, για να μαζέψει ακόμα περισσότερα λεφτά, αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες του καλλιτέχνη. Όταν, όμως, είδε τον κύριό του να κλαίει πάνω από την τρύπα του, την οποία η πόλη είχε βιαστικά στολίσει με μία κακόγουστη πορτοκαλί κορδέλα, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Βλέποντας την απελπισία να κολυμπάει ανέμελα στα υγρά μάτια του μηχανικού, ένιωσε για πρώτη του φορά συμπάθεια για τον άνθρωπο και ορκίστηκε στο εξής να μην τον εγκαταλείψει. Παρασυρμένος ίσως από τις δικές του αυτοκτονικές τάσεις, άρχισε να ακολουθεί παντού το αφεντικό του, φροντίζοντας να μην τον αφήνει ποτέ μόνο του. Έτσι, έγινε μάρτυρας του φριχτού εγκλήματος, στη συνέχεια αυτόκλητος συνεργάτης των αστυνομικών και τέλος $μετά την ατυχή παρέμβαση της αστυνομίας$ κατέληξε τιμωρός και εκδικητής. Ένα βράδυ που οι δύο διαβολικοί εραστές ερωτοτροπούσαν μέσα στις σαπουνάδες της μπανιέρας, ανακυκλώνοντας τις βρωμιές τους, τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο, άρπαξε την πρώτη ηλεκτρική συσκευή που βρέθηκε μπροστά του και αφού την έβαλε σε λειτουργία, την πέταξε με μίσος μέσα στον αρωματισμένο βούρκο. Η πράξη του αυτή εκτός από τον ακαριαίο θάνατο των δολοφόνων του μηχανικού, προκάλεσε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που βύθισε ολόκληρη την πόλη στο σκοτάδι για περίπου μισή ώρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της ημίωρης συσκότισης, σημειώθηκαν σε πολλά σημεία της πόλης διάφορες ανεξήγητες και προκλητικές ενέργειες, τις οποίες η πόλη, μην μπορώντας να κρύψει την αμηχανία της, ονόμασε τρομοκρατικές. Η μυρωδιά καμένης σάρκας αναμεμειγμένη με αιθέρια έλαια και αφρόλουτρα οδήγησε την επόμενη μέρα γείτονες και τηλεοπτικά συνεργεία στο μοιραίο μπάνιο, όπου το θέαμα που αντίκρισαν ξεπερνούσε κάθε νοσηρή φαντασία. Ο Γκούσταβ, αν και διέπρεψε ως ζωγράφος προσωπογραφιών, φαίνεται πως τα κατάφερνε εξίσου καλά και στη nature morte.
Οι ξένοι τότε, αν και στην αρχή ήρθανε σαν φίλοι παλιοί, νέοι προστάτες και αιώνιοι θαυμαστές της πόλης, όσο και αν προσπάθησαν, δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν και πολύ δημοφιλείς εδώ, στους ανθρώπους. Και η πόλη, αν και πάντοτε φημιζότανε για τη $μέχρις ανοησίας καμιά φορά$ φιλοξενία της, ποτέ δεν τους φέρθηκε ιδιαίτερα φιλικά και όλο αναζητούσε ευκαιρίες και αφορμές να τους στενοχωρεί και να τους πληγώνει. Για αυτό το λόγο και εκείνοι σύντομα άρχισαν να θυμώνουν, να σκληραίνουν και να αγριεύουν και αντί για δημόσιες σχέσεις, να κάνουνε διάφορα άσχημα πράγματα.
Ένα από αυτά $και σίγουρα όχι το χειρότερο$ ήταν όταν στον τρίτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι έβγαλαν ένα παράξενο διάταγμα, με το οποίο ζητούσαν από όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλης, να τους παραδώσει ο καθένας τους ό,τι πιο πολύτιμο διέθετε, προστάτευε και αγαπούσε.
Αυτό έβαλε την πόλη σε μεγάλους μπελάδες, αφού οι άνθρωποι τότε με δυσκολία κατόρθωναν να ξεχωρίσουνε τι είναι πολύτιμο και τι όχι και ούτε που είχαν ποτέ σκεφτεί ως τότε ότι μπορεί μια μέρα να στερηθούν εκείνα που δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν και να αγαπάνε. Έτσι, ενώ κάποιοι βιάστηκαν να παραδώσουν τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους, οι περισσότεροι προτίμησαν να προσφέρουν στους κατακτητές πανάκριβα κοσμήματα, κακόγουστα έργα τέχνης και σπάνια γραμματόσημα.
Οι δυνάμεις κατοχής, όταν είδαν όλα ετούτα τα πολύτιμα, τα χάσανε και άρχισαν να λένε πως να, δεν ήτανε ανάγκη και πως εκείνοι ένα αστείο έκαναν, μωρέ, για να περάσει η ώρα. Αλλά οι δικοί μας επιμένανε και έλεγαν πως αν τελικά οι ξένοι δεν τα έπαιρναν, θα γινόταν μεγάλη παρεξήγηση. Έτσι, οι ξένοι συγκέντρωσαν όλον αυτόν τον πλούτο, που οι διαρρήκτες και οι ιστορικοί του $τότε$ μέλλοντος ονόμασαν «ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου*», στα υπόγεια μιας εκκλησίας, όπου στεγάζονταν την εποχή εκείνη η λέσχη επιτραπέζιας αντισφαίρισης και το διοικητήριό τους.
Στον έκτο χρόνο της ξένης κατοχής, οι ξένοι βαρέθηκαν και αρχίσανε να τα μαζεύουν για να φύγουν, πάνω που η πόλη είχε αρχίσει να τους ανέχεται και να τους συνηθίζει. Επειδή, όμως, ήταν και λιγάκι ανέμελοι και ξεχασιάρηδες, έφυγαν χωρίς να πάρουνε μαζί τους τον περίφημο θησαυρό.
Δέκα χρόνια μετά, οι άνθρωποι θυμήθηκαν ξαφνικά το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, όταν σε ένα τηλεπαιχνίδι άκουσαν τον παρουσιαστή να ρωτά τους διαγωνιζόμενους, εάν αξίζει, άραγε, να κερδίσει κανείς ολόκληρο τον κόσμο και για αντάλλαγμα να χάσει την ψυχή του. Τότε βγήκανε όλοι τους στους δρόμους και απαίτησαν να μάθουν που βρίσκονται τα πολύτιμά τους, που ο θρύλος και η αφέλεια τα είχαν κάνει να μοιάζουν ακόμα πιο πολύτιμα από ό,τι ήταν, όταν πριν δέκα χρόνια τα παρέδιδαν με τόση άνεση στους ξένους.
Έτσι, αφού έψαξαν σχεδόν παντού στην πόλη, στο τέλος -αποτελεί συνταγματικό έθιμό της πόλης οι έξυπνοι να κάνουν στην αρχή αυτό που αφήνουνε οι βλάκες για το τέλος- κατέληξαν στα υπόγεια του ιερού ναού του αγίου Μιλιτάριου. Μα εκεί, αντί για το θησαυρό, ανακαλύψανε έναν μονάχα ξένο στρατιώτη, που τον είχανε και αυτόν ξεχάσει οι κατακτητές πίσω τους την πόλη εγκαταλείποντας και αυτός καθόταν τόσα χρόνια εκεί, σαν βλάκας και περίμενε, νομίζοντας πως οι φίλοι του είχανε πεταχτεί για τσιγάρα στο περίπτερο.
Ο ξεχασμένος, αφού έφαγε, ήπιε, πλύθηκε και ξυρίστηκε, φανέρωσε στους σωτήρες του πως, αν και αρχικά οι ξένοι συγκεντρώσανε όλα του κόσμου τα πολύτιμα στα υπόγεια της εκκλησίας, αυτά δεν έμειναν για πολύ καιρό εκεί, αλλά σύντομα μεταφέρθηκαν αλλού, σε άλλη καλύτερη κρυψώνα, επειδή, λέει, φοβόντουσαν οι κατακτητές μην τους τα κλέψουν πίσω οι άνθρωποι της πόλης.
Έντεκα διαφορετικά σημεία στην πόλη και τα περίχωρα φιλοξενήσανε το θησαυρό κατά τη διάρκεια της κατοχής. Κάθε φορά, ωστόσο, που ένα απόσπασμα των ξένων αναλάμβανε τη μυστική αποστολή να μεταφέρει και να κρύψει τα πολύτιμα, δινόταν στον αρχηγό του αποσπάσματος κρυφά η εντολή να σκοτώσει τους υπόλοιπους, έτσι ώστε κανείς τους να μην τολμήσει και να σκεφτεί ακόμα να μαρτυρήσει την κρυψώνα.
Την τελευταία όμως φορά, ο τελευταίος αρχηγός του τελευταίου αποσπάσματος μπερδεύτηκε και από αγνό πατριωτισμό και ζήλο υπερβάλλοντα μαζί με το απόσπασμα εκτέλεσε και τον εαυτό του και έφυγε παίρνοντας μαζί το μυστικό.
Η διοίκηση των κατοχικών εξοργίστηκε στην αρχή με την επιπόλαια πράξη του αυτή, στη συνέχεια δεν κρατήθηκε και έβαλε τα γέλια και στο τέλος είπε, «Πάλι καλά, αφού με τόσες συχνές μετακινήσεις, τόσες κρυψώνες και τόσες εκτελέσεις, είχανε οι δυνάμεις μας αποδεκατιστεί».
Οι άνθρωποι, φυσικά, ούτε μια λέξη δεν πιστέψανε από όσα τους ξεφούρνισε ο ξένος στρατιώτης, αλλά επειδή τους φάνηκε φιλότιμο και καλόκαρδο παιδί, τον υιοθέτησαν και φρόντισαν μάλιστα να του βρουν κι ένα καλό κορίτσι.
Το καλό κορίτσι και ο ξεχασμένος στρατιώτης παντρεύτηκαν στην εκκλησία του αγίου Μιλιτάριου και έτσι μαζί συνέχισαν να ζούνε εκεί κάτω στα υπόγεια, όπου και δεκατέσσερα χρόνια μετά και ύστερα από προσπάθειες υπεράνθρωπες και εξωφρενικές συμπτώσεις, κατάφεραν να γίνουνε γονείς.
Ο γιος τους μεγαλώνοντας άρχισε να εμφανίζει ξεχωριστές αρετές, αλλά και να συμπεριφέρεται ολοένα και πιο αλλόκοτα. Μέχρι που, στο τέλος της εφηβείας του, αποφάσισε να αφήσει τον πατέρα και τη μάνα του και της εκκλησίας τα υπόγεια για να γίνει αστυνομικός. Έτσι, οι γονείς του γέρασαν και πεθάνανε μαζί στα βάθη του ιερού ναού με το παράπονο που δεν κατάφεραν να δούνε το γιο τους χορευτή, όπως πάντα το ονειρευόντουσαν.
Στο μεταξύ, το μυστήριο του θησαυρού των πολυτίμων φαίνεται πως είχε και πάλι για την ώρα ξεχαστεί, ενώ κατά καιρούς άλλοι θησαυροί και άλλα μυστήρια ερχόντουσαν την ήρεμη και μίζερη ζωή της πόλης να την αναστατώσουν. Ώσπου, τον Δεκέμβριο του 200…, ένα τυχαίο γεγονός έφερε ξανά στην επιφάνεια μυστήριο μαζί και θησαυρό.
Στην άκρη των ανατολικών συνοικιών της πόλης, εκεί όπου σήμερα ανατολή και δύση σμίγουν, συμπίπτουν και ενώνονται**, ζούσε ένας μηχανικός παρέα με το γάτο του. Ο μηχανικός αυτός είχε από χρόνια υποβάλει ένα σχέδιο για τη δημιουργία μιας υπόγειας σήραγγας, που θα ένωνε το κέντρο με τους αντίποδες της πόλης, διαπερνώντας κάθετα τον ίδιο τον πυρήνα του πλανήτη. Επειδή, όμως, βαρέθηκε να περιμένει από την πόλη να εγκρίνει τις φιλοδοξίες του και να τις χρηματοδοτήσει, ξεκίνησε με δικό του κόπο και έξοδα προσωπικά να πραγματοποιήσει το μεγαλόπνοο αυτό εγχείρημα, ανοίγοντας μια τρύπα στο κέντρο της αυλής του.
Οι οικονομίες του δεν του επέτρεπαν και πολλά πράγματα, αλλά ευτυχώς σε αυτό βοηθούσε από κοντά και ο γάτος, που τότε θεωρούνταν στην πόλη ένας από τους καλύτερους ζωγράφους. Οι πίνακες του γάτου πωλούνταν ολοένα και σε υψηλότερες τιμές και ο μηχανικός, ως ιδιοκτήτης και διαχειριστής του τετράποδου καλλιτέχνη και των πνευματικών του δικαιωμάτων, κατάφερε σύντομα να συγκεντρώσει τα απαραίτητα κεφάλαια, τα οποία και επένδυσε στην υλοποίηση του οράματός του.
Οι ανασκαπτικές εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του καλοκαιριού, την εποχή που όλοι οι άλλοι κάτοικοι της πόλης σχεδίαζαν ταξίδια και διακοπές σε παρθένες γειτονιές και συνοικίες μακρινές και ανεξερεύνητες. Επτά μήνες μετά, ωστόσο, ο μηχανικός δεν είχε καταφέρει παρά να προχωρήσει τη σήραγγά του μόλις μερικές δεκάδες μέτρα.
Ήταν ένα ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, όταν τον συνάντησα χλωμό και κουρασμένο να κάθεται πάνω από την τρύπα του με ένα μολύβι και ένα θαλασσί τετράδιο και να κάνει υπολογισμούς και πράξεις. Ήταν η εποχή που ξεκινούσα από νωρίς παρέα με τον τότε μελλοντικό μου γείτονα, τον γέρο λαχειοπώλη και τριγυρνούσαμε την πόλη ψάχνοντας πώς εκείνος θα πουλήσει τους λαχνούς και πώς εγώ θα βρω να αγοράσω ιστορίες.
Όταν βρεθήκαμε να περνάμε έξω από το εργοτάξιο και την αυλή του μηχανικού, ο γάτος του έτρεξε στα κάγκελα να μας υποδεχτεί βαστώντας στα δόντια του μια προσωπογραφία. Ο μηχανικός εκείνη τη στιγμή, προσπαθώντας να διαιρέσει τη διάμετρο του πλανήτη με την απόσταση που είχε μέχρι τότε σε βάθος προχωρήσει και αυτό να το πολλαπλασιάσει με το προσδόκιμο όριο ζωής των μηχανικών της πόλης, φαινόταν να περνάει από τη θλίψη στην κατάθλιψη και έτσι, ελάχιστη σημασία μας έδωσε. Εγώ, ωστόσο, έδειξα ζωηρό ενδιαφέρον για τη ζωγραφιά του γάτου, αφού την εποχή εκείνη είχα μόλις νοικιάσει το νέο μου δωμάτιο και προσπαθούσα να κρύψω το λευκό των τοίχων μου και να ανοίξω πάνω τους φανταστικά παράθυρα.
Έτσι, φώναξα τον μηχανικό, ρωτώντας τον πόσο κοστίζει ο πίνακας. Εκείνος τρόμαξε πολύ, έτσι ξαφνικά που τον ανέσυρα από το βυθό των λογισμών του και από την πολύ τρομάρα του παραλίγο να γκρεμιστεί μέσα στην ίδια του την τρύπα, μειώνοντας ακόμα περισσότερο το προσδόκιμο όριο ζωής των οραματιστών της πόλης.
Ο μηχανικός άφησε το θαλασσί τετράδιο και το μολύβι του και με ένα ψεύτικο χαμόγελο πλησίασε με βήματα αργά και σταθερά τα κάγκελα και το πορτοφόλι μου. Η τιμή που μου πρότεινε μου φάνηκε υπερβολική και καθώς δεν είχα όρεξη και χρόνο για παζάρια, αρνήθηκα ευγενικά. Η άρνησή μου αυτή προκάλεσε μια μικρή, μα αλίμονο εμφανή, αλλοίωση στον πίνακα του γάτου, αφού το πρόσωπο στην εικόνα φάνηκε για μια στιγμή τα φρύδια του να σμίγει και έπειτα να σχηματίζει μικρές καμπύλες γύρω από τις άκρες των χειλιών, που, αν και δεν είμαι ειδικός, μάλλον φανέρωναν λύπη και απογοήτευση.
Ήμουν έτοιμος να αρχίσω να απολογούμαι στον γάτο και στο πορτραίτο του, όταν ο μηχανικός μου πρότεινε να ανταλλάξουμε τη ζωγραφιά με μερικούς από τους λαχνούς που ο γέρος φίλος μου πουλούσε. Ο λαχειοπώλης αμέσως προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει και έτσι τελικά απέκτησα το πρόσωπο αυτό που με κοιτάζει από ψηλά την ώρα αυτή που γράφω.
Ο γάτος, φανερά ικανοποιημένος αλλά και σκυθρωπός ταυτόχρονα, απομακρύνθηκε βιαστικά και αφού έκανε τρεις βόλτες γύρω από την τρύπα του μηχανικού, βούτηξε μέσα της τσιρίζοντας. Το αφεντικό του μας καθησύχασε αμέσως, λέγοντάς μας πως τις συνηθίζει κάτι τέτοιες απόπειρες κάθε φορά που αναγκάζεται να αποχωριστεί ένα δικό του έργο, αλλά πάντα μετά επιστρέφει πίσω, στην επιφάνεια και ξαναρχίζει.
«Πώς λέγεται ο καλλιτέχνης;», ρώτησα, την ώρα που ο μηχανικός μετρούσε τους λαχνούς του. «Γκούσταβ», απάντησε εκείνος. «Τον ονόμασα έτσι προς τιμήν του μεγάλου ζωγράφου, Γκούσταβ Κλιμτ, του οποίου η τεχνοτροπία, όπως θα έχετε και ο ίδιος ίσως παρατηρήσει, συγγενεύει με αυτή του γάτου. «Πράγματι», έσπευσα, παρατηρώντας με μάτια μισόκλειστα τη ζωγραφιά, να συμφωνήσω.
Ένιωσα τότε την ανάσα του γείτονά μου πάνω από τον ώμο μου, καθώς προσπαθούσε να δει ή μάλλον να μυρίσει από πιο κοντά το πρόσωπο στον πίνακα. «Να μου επιτρέψετε να διαφωνήσω, κύριε!», είπε ο λαχειοπώλης χαϊδεύοντας τα γένια του. «Η τέχνη του γάτου σας είναι σαφώς ανώτερη του προαναφερθέντος καλλιτέχνη, ο οποίος άλλωστε τίποτα καινούριο δεν κατάφερε να προσφέρει στη ζωγραφική εδώ και έναν αιώνα». Ο μηχανικός αφού με κοίταξε για μια στιγμή με βλέμμα που θύμιζε την τρύπα στο κέντρο της αυλής του, γύρισε στο φίλο μου και τον ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε, «Τι εννοείτε, κύριε; Τι καλύτερο θα μπορούσε να κάνει ο Γκούσταβ Κλιμτ για τη ζωγραφική, όντας νεκρός εδώ και...;»
Δεν πρόλαβε ολόκληρη την απορία του να ξεδιπλώσει και ο γέρος λαχειοπώλης ξέσπασε σε γέλια νευρικά που του έφεραν δάκρυα στα μάτια και στη συνέχεια του προκάλεσαν σπασμούς και τον έκαναν να διπλωθεί στη μέση και έπειτα να καταρρεύσει στο οδόστρωμα. Βλέποντάς τον να κυλιέται στο δρόμο αφρίζοντας, χαχανίζοντας και απλόχερα σκορπώντας τριγύρω τους λαχνούς του, στην αρχή ανησύχησα, μα δεν άργησα να θυμώσω και ύστερα να ντραπώ για λογαριασμό του φίλου και συνοδοιπόρου μου.
Εκείνος, ευτυχώς, το κατάλαβε και αφού σηκώθηκε και ξεσκονίστηκε, απολογήθηκε στο μηχανικό, κοιτάζοντας ωστόσο πάντα εμένα, «με συγχωρείτε, αλλά με κάτι τέτοια δυσκολεύομαι να συγκρατηθώ. Άκου όντας νεκρός! Αν θέλετε να ξέρετε, κύριοι, ο Γκούσταβ είναι τόσο όντας νεκρός όσο και εμείς οι τέσσερις! Ζει εδώ και δεκαετίες στον Ισημερινό και την περνάει μια χαρά. Και όποτε γουστάρετε, σας πάω να τον δείτε!»
Ποιος ξέρει τι άλλο ακόμα θα μάθαινα από το γέρο φίλο μου εκείνο το ζεστό χειμωνιάτικο μεσημέρι, αν τα λόγια του δε διακόπτονταν αιφνίδια από το επίμονο νιαούρισμα του γάτου. Η φωνή του καλλιτέχνη ακούστηκε απόκοσμη μέσα από την τρύπα του αφέντη του, λες και ήθελε με τον τρόπο αυτό να δώσει την αναφορά του από τα έγκατα της γης. Σωπάσαμε και οι τρεις μας και μείναμε να κοιτάζουμε την τρύπα προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε αυτό που ακούγαμε, μέχρι που ο γάτος εμφανίστηκε ξανά στην επιφάνεια της γης με δυο σειρές κοσμήματα τριγύρω από το λαιμό του στολισμένος.
Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού της πόλης τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκε στο ελάχιστο κομμάτι έκτασης που περιέβαλε τη μαγική αυλή, πολιορκώντας το εργοτάξιο και απαιτώντας τα πολύτιμα. Δύσκολα έβρισκες άνθρωπο στην πόλη που να αρνιόταν τις αξιώσεις του πάνω στο μερίδιο που του αντιστοιχούσε από το θησαυρό του αγίου Μιλιτάριου, πάνω στον οποίο είχανε πέσει άθελά τους ο γάτος και ο μηχανικός του, ενώ επιδίωκαν να ικανοποιήσουν ο μεν τις καλλιτεχνικές ο δε τις επιστημονικές του ανησυχίες. Όσοι είχανε επιβιώσει από την εποχή της κατοχής των ξένων, αλλά και οι νεότεροι που δεν προλάβανε να γνωρίσουνε καλά-καλά ξένος τι ακριβώς σημαίνει, συνέτασσαν λίστες με διεκδικούμενα αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες. Και όλοι απαιτούσαν από την πόλη άμεσα να τους δικαιώσει, τονίζοντας κυρίως λόγους συναισθηματικούς, που άρρηκτα συνέδεαν αυτούς και τα πολύτιμα.
Η τρύπα του μηχανικού ανακηρύχθηκε μνημείο της πόλης και η πόλη την έθεσε υπό την προστασία και την κατοχή της, ενώ αντί των πολυτίμων, περιορίστηκε να μοιράσει στους κατοίκους της υποσχέσεις και ευχές για τον καινούριο χρόνο. Επίσης ολόκληρο το κτήμα του μηχανικού απαλλοτριώθηκε και στον ίδιο τον πρώην ιδιοκτήτη του δόθηκε ως αντάλλαγμα ένα μικρό διαμέρισμα με θέα στο φεγγάρι. Ωστόσο, δεν του απαγορεύτηκε η είσοδος στο πρώην εργοτάξιο.
Ο μηχανικός μόλις την τελευταία στιγμή γλίτωσε το θάνατο από βαθιά απόγνωση, αφού τον πρόλαβαν η σύζυγός του και ο εραστής της, οι οποίοι αφού τον δολοφόνησαν, κομμάτιασαν το πτώμα του και πέταξαν τα κομμάτια του μες στη μοιραία τρύπα.
Εάν δεν ήταν ο γάτος, τα κομμάτια του άτυχου μηχανικού θα σάπιζαν ξεχασμένα στα έγκατα του απραγματοποίητου ονείρου του. Η αστυνομία καθοδηγούμενη από τα σκίτσα του ζώου, κατέβηκε στον βυθό της τρύπας και αφού ανακάλυψε τα χαμένα κομμάτια και τα ένωσε, συναρμολόγησε ξανά και αναγνώρισε $έστω και μετά θάνατον$ τον μεγάλο αυτό επιστήμονα και οραματιστή.
Ο νεαρός ανθυπαστυνόμος, που ανέλαβε επικεφαλής της υπόθεσης, συνέταξε την αναφορά του, στην οποία κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι ο μηχανικός αυτοκτόνησε από την απελπισία του, αφού δεν μπόρεσε να δει το φιλόδοξο έργο του να ολοκληρώνεται, κομματιάζοντας τον εαυτό του και πέφτοντας στη συνέχεια μόνος του κομμάτι-κομμάτι στο κενό που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.
Η υπόθεση μπήκε πανηγυρικά στο αρχείο, ενώ ο ανθυπαστυνόμος προήχθη σε υπαστυνόμο. Στο πάρτυ της προαγωγής του, που έγινε, όπως συνηθίζεται στον τόπο του εγκλήματος, δηλαδή στην παλιά αυλή του θύματος, δεν ήτανε και λίγες οι νεαρές καλλονές της πόλης που του ζητήσανε να τις συνοδέψει στο χορό. Εκείνος, ωστόσο, αρνήθηκε στις περισσότερες ευγενικά και ίσως σε κάποιες λιγότερο ευγενικά, χωρίς, όμως, να καταφέρει να κρύψει την αμηχανία και τη νευρικότητά του κάτω από τη λαμπερή στολή, τη δίκαιη προαγωγή και τα πολύχρωμα παράσημα.
Λένε πως ο χορός πάντοτε άγχωνε τον υπαστυνόμο. Από τότε που, παιδί ακόμα, οι γονείς του τον πίεζαν να γίνει χορευτής. Λένε ακόμα πως έγινε αστυνομικός μόνο και μόνο από αντίδραση στην έντονη επιθυμία των γονιών του.
Ό,τι και να λένε, πάντως, το σίγουρο είναι πως όλη αυτή η ιστορία με τα κομμάτια και την τρύπα έκανε να ξεχαστεί για ακόμα μια φορά ο θησαυρός του αγίου Μιλιτάριου. Ίσως όμως η επόμενη φορά που οι άνθρωποι θα θυμηθούνε τα πολύτιμα να είναι και μοιραία για την ιστορία αυτής της πόλης.
Ίσως μια μέρα οι κάτοικοι της πόλης να ζητήσουνε πίσω ξανά αυτά που κάποτε τόσο υπάκουα παρέδωσαν. Ίσως κάποτε να βγούμε όλοι, ο καθένας κάτι απαιτώντας, εκεί έξω στους δρόμους και πίσω ποτέ να μη γυρίσουμε με άδεια ξανά τα χέρια.
Τέλος, εκδίκηση για τον άγριο φόνο του μηχανικού από τη σύζυγό του και τον εραστή της πήρε ο ίδιος ο ζωγράφος γάτος με τέτοιο τρόπο που έκανε την ίδια την εκδίκηση να μοιάζει με έργο τέχνης. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία***.
* Ο άγιος Μιλιτάριος υπήρξε αναμφίβολα ο πιο αστείος άγιος στην ιστορία όλων των θρησκειών και των δογμάτων. Αν και ορκισμένος άθεος, από καθαρό πείσμα και ξεροκεφαλιά μαρτύρησε και πέθανε με αργό και βασανιστικό -ακόμα και για τους δημίους του- τρόπο, λίγο πριν ανακοινωθεί επίσημα η έγκριση της αίτησης χάριτος, που είχε για λογαριασμό του υποβάλει το σωματείο δεσμοφυλάκων και βασανιστών της πόλης. Σχεδόν τριάντα ώρες μετά το θάνατό του ανακηρύχθηκε άγιος από παρεξήγηση, αφού τον μπέρδεψαν με κάποιον συνονόματο ξάδερφό του, ο οποίος ήταν άνθρωπος σοφός και ευσεβής και θεράπευε τους πονοκεφάλους των ανθρώπων κάνοντας προσευχές και μοιράζοντας ασπιρίνες.
** Η άνευ όρων επέκταση της πόλης και η εξάπλωσή της στην επιφάνεια ολόκληρου του πλανήτη οδήγησαν στη γεωγραφική ταύτιση των ανατολικών και των δυτικών συνοικιών. Πολλοί αποδίδουν το αποτέλεσμα αυτό στο φαινόμενο της αέναης και αμοιβαίας διαστολής της πόλης και συστολής του κόσμου σε συνάρτηση με τη διαρκώς αυξανόμενη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας σε αντιδιαστολή προς την κάθετη πτώση της υγρασίας των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων.
***Η άλλη ιστορία: Η αλήθεια είναι ότι ο Γκούσταβ ποτέ δεν αγάπησε τον κύριο του, όσο εκείνος ζούσε. Ένιωθε πάντα αδικημένος από την εμπορική εκμετάλλευση της ζωγραφικής του και πίστευε πως, αν δεν είχε αυτό το ξεχωριστό ταλέντο της δημιουργίας, δε θα ήταν παρά ένας ασήμαντος ψωρόγατος που θα κουβαλούσε σακιά με χώμα στο μοναχικό και απόμακρο εργοτάξιο. Ουσιαστικά, ο γάτος ανεχόταν τη συνύπαρξή του με το μηχανικό, με μόνη του απαίτηση χαρτιά, πινέλα και μπογιές και πού και πού κανένα πιάτο φρέσκο γάλα. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να αλλάζουν από τη μέρα που η τύχη ανέσυρε από τα βάθη της λησμονιάς τον χαμένο θησαυρό της πόλης. Ο Γκούσταβ νόμισε στην αρχή πως η αύξηση της επισκεψιμότητας στο κτήμα του αφεντικού του είχε να κάνει με τους πίνακές του και υποψιάστηκε πως ο μηχανικός θα τους έβγαζε όλους στο σφυρί, για να μαζέψει ακόμα περισσότερα λεφτά, αδιαφορώντας για τις ευαισθησίες του καλλιτέχνη. Όταν, όμως, είδε τον κύριό του να κλαίει πάνω από την τρύπα του, την οποία η πόλη είχε βιαστικά στολίσει με μία κακόγουστη πορτοκαλί κορδέλα, κατάλαβε πως κάτι άλλο συνέβαινε. Βλέποντας την απελπισία να κολυμπάει ανέμελα στα υγρά μάτια του μηχανικού, ένιωσε για πρώτη του φορά συμπάθεια για τον άνθρωπο και ορκίστηκε στο εξής να μην τον εγκαταλείψει. Παρασυρμένος ίσως από τις δικές του αυτοκτονικές τάσεις, άρχισε να ακολουθεί παντού το αφεντικό του, φροντίζοντας να μην τον αφήνει ποτέ μόνο του. Έτσι, έγινε μάρτυρας του φριχτού εγκλήματος, στη συνέχεια αυτόκλητος συνεργάτης των αστυνομικών και τέλος $μετά την ατυχή παρέμβαση της αστυνομίας$ κατέληξε τιμωρός και εκδικητής. Ένα βράδυ που οι δύο διαβολικοί εραστές ερωτοτροπούσαν μέσα στις σαπουνάδες της μπανιέρας, ανακυκλώνοντας τις βρωμιές τους, τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο, άρπαξε την πρώτη ηλεκτρική συσκευή που βρέθηκε μπροστά του και αφού την έβαλε σε λειτουργία, την πέταξε με μίσος μέσα στον αρωματισμένο βούρκο. Η πράξη του αυτή εκτός από τον ακαριαίο θάνατο των δολοφόνων του μηχανικού, προκάλεσε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που βύθισε ολόκληρη την πόλη στο σκοτάδι για περίπου μισή ώρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της ημίωρης συσκότισης, σημειώθηκαν σε πολλά σημεία της πόλης διάφορες ανεξήγητες και προκλητικές ενέργειες, τις οποίες η πόλη, μην μπορώντας να κρύψει την αμηχανία της, ονόμασε τρομοκρατικές. Η μυρωδιά καμένης σάρκας αναμεμειγμένη με αιθέρια έλαια και αφρόλουτρα οδήγησε την επόμενη μέρα γείτονες και τηλεοπτικά συνεργεία στο μοιραίο μπάνιο, όπου το θέαμα που αντίκρισαν ξεπερνούσε κάθε νοσηρή φαντασία. Ο Γκούσταβ, αν και διέπρεψε ως ζωγράφος προσωπογραφιών, φαίνεται πως τα κατάφερνε εξίσου καλά και στη nature morte.
Σάββατο 4 Ιουνίου 2011
Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011
η μεγάλη απόδραση των 11 και τέταρτο
Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200… ένα παράξενο και απροσδόκητο γεγονός ήρθε, χωρίς λόγο και αιτία προφανή και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, να ταράξει τις ήσυχες ζωές των ανθρώπων της παραλίας. Από το σκοτεινό βυθό της θάλασσας και σε απόσταση μόλις ενάμισι μιλίου από την ακτή μία εκτυφλωτική λάμψη αναδύθηκε στην επιφάνεια και, αφού σχημάτισε τέσσερις σχεδόν ομόκεντρους κύκλους, βυθίστηκε ξανά και χάθηκε.
Οι άνθρωποι της παραλίας $ήταν Τετάρτη και οι περισσότεροι είχαν ήδη ξυπνήσει για να πάνε στις φυλακές και τα παζάρια τους$ τρόμαξαν στην αρχή και άρχισαν να τρέχουνε ασύντακτοι και πανικόβλητοι προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, πιστεύοντας πως έτσι έτρεχαν μακριά και άφηναν πίσω τον ίδιο τους τον τρόμο. Επειδή, όμως, την παραλία αυτή την είχε σχεδιάσει ο ίδιος αρχιτέκτονας που κάποτε είχε φτιάξει και ετούτο τον πλανήτη, οι άνθρωποι και ο τρόμος τους, όσο μακριά κι αν έτρεχαν, γρήγορα πάλι επέστρεφαν στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Βαρέθηκε ο τρόμος και οι άνθρωποι κουράστηκαν και έτσι σταμάτησαν κάποτε να τρέχουν και απέμειναν λαχανιασμένοι να παρατηρούν τον σιωπηλό απόηχο του φαινομένου με την απορία στο βλέμμα και στους πνεύμονες να διαδέχεται την ανησυχία στα κάτω άκρα και στα έντερα.
Μέχρι που, κυλώντας η μέρα πεισματικά αδιάφορη για τρόμους και φαινόμενα, άξαφνα μεσημέριασε και άρχισαν να θερίζουν τους ανθρώπους της παραλίας η πείνα και η κούραση. Έτσι γύρισαν πίσω στα σπιτάκια τους να φάνε και να κοιμηθούν και ύστερα πάλι, το απόγευμα ζωηροί και ορεξάτοι, επέστρεψαν στις θέσεις τους, κατά μήκος της ακτής, σίγουροι όσο ποτέ ξανά στο παρελθόν πως θα έβλεπαν το αλλόκοτο εκείνο πρωινό θέαμα να επαναλαμβάνεται πιστά.
Η λάμψη, ωστόσο, δεν έλεγε να επιστρέψει και η απογοήτευση στεφάνωσε με παγωμένο σύρμα τις γειτονιές της παραλίας.
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι επέλεξαν να θάψουν το μυστήριο εκείνο πρωινό κάτω από ακόμα μια βαριά συνωμοσία της σιωπής. Να μην το μάθουν άλλοι άνθρωποι από άλλες γειτονιές και τους ταράξουνε στο δούλεμα, που έτσι απερίσκεπτα και ανώφελα κάποτε ξόδεψαν μια τόσο πολύτιμη και αναντικατάστατη ημέρα. Οι ερχόμενες γενιές να μην το καταλάβουν και τους καταραστούν που δεν τους γέννησαν νωρίτερα να μοιραστούν κι αυτές μαζί τους το φως το τυφλό του ανεπανάληπτου.
Στην άκρη της παραλίας και στο σημείο από όπου ξεκινούσε ο μακρύς κυματοθραύστης της, τον οποίο οι άνθρωποι ονόμαζαν κορδόνι $για λόγους αδιευκρίνιστους$ και τα κύματα θεό $για ευνόητους λόγους$, υπήρχε τότε ένας μικρός παλιός, σχεδόν αρχαίος, φάρος, που από χρόνια τον είχε καταλάβει η οικογένεια ενός φωτογράφου. Ο φωτογράφος, η γυναίκα του και τα δύο μικρά τους κοριτσάκια είχαν με κέφι και με φροντίδα απαράμιλλη μετατρέψει τον εγκαταλειμμένο φάρο σε μια πανέμορφη κατοικία, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τα άλλα σπίτια της ακτής, προνοώντας βέβαια να μην υπάρχει και τίποτα να βρουν για να ζηλέψουν από αυτούς οι άλλοι.
Αφού ήταν άγραφος νόμος στο δυσανάγνωστο πολίτευμα της αναλφάβητης ετούτης πολιτείας, πως κάθε είδους παρανομία, όταν αυτή δε συνοδεύεται από οποιαδήποτε κοινωνική πρόκληση και αισθητική υπερβολή, εν τέλει να παράγει δίκαιο.
Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200... και λίγο πριν η μυστηριώδης λάμψη αναδυθεί στην επιφάνεια της θάλασσας, ταράσσοντας τις σχεδόν ομόκεντρες ζωές των κατοίκων της παραλίας, ο φωτογράφος του φάρου είχε ήδη στηθεί από ώρα στο μπαλκόνι του παρέα με όλα της δουλείας του τα εξαπτέρυγα, τις κάμερες και τους φακούς, και περίμενε να αποθανατίσει την ημέρα πριν καλά-καλά εκείνη γεννηθεί. Το είχε συνήθεια και εμμονή κάθε πρωί να σημαδεύει προς το άνοιγμα του λιμανιού, εκεί από όπου ο ήλιος, τα πουλιά και τα καράβια ερχόντουσαν προς την πόλη και μόλις η καινούρια μέρα έκανε δειλά-δειλά την πρώτη της εμφάνιση, εκείνος με ένα του κλικ να την αιφνιδιάζει.
Από το κλικ εκείνο και μέχρι το επόμενο, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά, τίποτα άλλο δεν είχε να τραβήξει, αφού τίποτα άλλο καλύτερο από αυτό δεν έβρισκε και κανένας τίποτα από αυτό χειρότερο ποτέ δεν του ζητούσε. Οι άλλοι χλεύαζαν τη συνήθειά του αυτή και έλεγαν, «Τι φωτογράφος είναι αυτός, που δε φωτογραφίζει τίποτα;» Μα εκείνος με ερώτηση, ατάραχος, τους απαντούσε, «Μήπως και ο γιατρός, που άρρωστους δε βρίσκει για να θεραπεύσει, παύει γιατρός να είναι;» Και έτσι, αφού ξεμπέρδευε με τη δουλεία και το καθήκον του πρωί-πρωί, του έμενε μια μέρα ολόκληρη μπροστά ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.
Στηθήκανε, λοιπόν, εκείνο το πρωί τα σύνεργα παρέα με το φωτογράφο τους, όπως κάθε πρωί, τη μέρα να φωτογραφίσουν. Να την προλάβουν, όσο είναι μικρή ακόμα και άδολη, να την τραβήξουν έτσι, λευκή και αμόλυντη, πριν τη λερώσει η πόλη. Έτσι, μαζί με τους άλλους κατοίκους της παραλίας, ο φωτογράφος με τις δύο κόρες του για συντροφιά $τις ξύπναγε από τα άγρια χαράματα, δήθεν για να τον βοηθάνε στη δουλειά$ έγινε κι αυτός μάρτυρας του αλλόκοτου εκείνου φαινομένου. «Τι είναι αυτό, μπαμπά;», ρωτούσανε οι κόρες. «Τι ήταν αυτό κορίτσια μου;», εκείνος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, με ερώτηση τους απαντούσε.
Εννέα μήνες μετά, έντεκα έγκυες γυναίκες, όλες τους κόρες διαλεκτές αξιότιμων οικογενειών της παραλίας, έφεραν στον κόσμο έντεκα ακριβώς παιδιά $ τα τέσσερα αγόρια και τα άλλα επτά κορίτσια. Μα, επειδή καμία από τις μανάδες των παιδιών αυτών δεν είχε προλάβει να ζευγαρώσει με άντρα ακόμα $αφού οι περισσότερες ήταν πολύ μικρές και από το σπίτι τους σπάνια ξεμυτούσαν$ σκεφτήκανε οι άνθρωποι, πως όλα εκείνα τα παιδιά ήταν «παιδιά της λάμψης».
Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, αλλά σε ολόκληρη ετούτη την ακτή δε βρέθηκε κανένας τολμηρός τις σκέψεις του να μαρτυρήσει, αφού όλοι τους με τη συνωμοσία της σιωπής ήτανε δεσμευμένοι.
Εννέα χρόνια και έντεκα μήνες μετά και ενώ τα κοριτσάκια του φωτογράφου είχανε γίνει πια σωστές γυναίκες, ένα πρωί ντυθήκαν, στολιστήκανε και βγήκανε παρέα με τη μάνα τους βόλτα στην παραλία. Όμως, από της βόλτας τους τα πρώτα βήματα, το ένιωσαν καθαρά πως κάτι δεν πήγαινε καλά στη μέρα και στην πόλη. Μα είναι που οι άνθρωποι της παραλίας το έχουνε συνήθειο, όταν βλέπουνε πως κάτι δεν πάει καλά, να προχωράν ατάραχοι μπροστά, αντί φρόνιμα να επιστρέφουν πίσω και έτσι οι τρεις τους συνέχισαν αμέριμνες τη βόλτα.
Και προχωρώντας είδανε από κοντά, σε όλο το μήκος της ακτής, από το φάρο τους και μέχρι πέρα, μακριά στο στοιχειωμένο τελωνείο, τα μαγαζιά να είναι κλειστά και έρημα τα καφενεία. Ώσπου κάπου, στο βάθος διέκριναν χωροφυλάκους και στρατό συγκεντρωμένους, αόρατα και σιωπηλά ασκήσεις με τα όπλα τους να κάνουνε. Άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά, μονάχα λίγες γάτες, που παριστάνανε πως λιάζονται κάτω από έναν ήλιο ανύπαρκτο, καλά οχυρωμένο πίσω από βαριά και μαύρα σύννεφα. Από ένα μισόκλειστο παράθυρο, κάποιος τους φώναξε να φύγουν και τότε μόνο η μάνα έσφιξε των κοριτσιών τα χέρια και έκανε πίσω να τα τραβήξει, στο φαρόσπιτο, όταν ξαφνικά μία φωνή κρυμμένη πίσω από μια εφημερίδα ακούστηκε σαν γλάρου κρώξιμο, «που πάνε οι κυρίες;»
Η εφημερίδα χαμηλά κατέβηκε και αφού διπλώθηκε προσεχτικά, μπήκε κάτω από τη μασχάλη ενός χοντρού με τιράντες και γυαλιά, που άρχισε με βήματα αργά να πλησιάζει. Κι ενώ αυτός απειλητικά πλησίαζε, μια δεύτερη φωνή ακούστηκε από το πουθενά, σαν το μπισκότο που γλιστράει μέσα στο τσάι το καυτό, λειώνει και διαλύεται, «οι κυρίες είναι μαζί μου». Μάνα και κόρες γύρισαν προς το πουθενά και είδαν πίσω από τη γλυκερή φωνή έναν υπαστυνόμο. «Από εδώ, παρακαλώ!», διέταξε ευγενικά μεταβολή και άρχισαν οι τρεις τους πλάι του να περπατούν, πίσω στο δρόμο για το φάρο.
«Τι συμβαίνει, υπαστυνόμε;», τον ρωτήσανε. «Έχουμε πόλεμο;» Ο υπαστυνόμος τις αγριοκοίταξε. «Τι είναι πόλεμος; Πού ακούσατε τέτοια λέξη; Οι πόλεμοι τελείωσαν. Τώρα έχουμε άλλους τρόπους πιο όμορφους και αποτελεσματικούς να λύνουμε τις διαφορές μας. Αφήστε που ούτε καν διαφορές δεν υπάρχουν πια». Και ύστερα γλυκαίνοντας ξανά, «Είσαστε, φαντάζομαι, οι κόρες του φωτογράφου», είπε, και η μάνα, ακούγοντας το κοπλιμέντο, ντράπηκε και έσφιξε και άλλο των δύο κοριτσιών τα χέρια. «Παρακαλώ, θα είχατε την καλοσύνη να με συνοδέψετε μέχρι το φάρο; Θα ήθελα πολύ να μιλήσω στον πατέρα σας», συνέχισε το λάθος. Και αφού στον άνθρωπο του νόμου τέτοια λάθη είναι ανεπίτρεπτα, του φωτογράφου η γυναίκα με όλο το αίμα στα μαγουλά της μαζεμένο, άφησε τα κορίτσια της και άρπαξε γερά το μπράτσο του υπαστυνόμου. «Μα τι έχει γίνει; Θα μας σκάσετε! Δε θα μας πείτε, επιτέλους;»
«Έχετε ακουστά, κυρία μου, για τα παιδιά της λάμψης; Ελάτε τώρα! Μην κάνετε πως το ακούτε για πρώτη φορά. Αρκετά με αυτή τη γελοία συνωμοσία της σιωπής! Μη νομίζεται ότι δεν το γνωρίζω. Παριστάνω τον αδιάφορο ή τον ανήξερο, μόνο όταν αυτό προστάζει το δημόσιο συμφέρον. Κι αν εσείς οι άνθρωποι της παραλίας έχετε επιλέξει για κάποια πράγματα να μη μιλάτε ποτέ, ευτυχώς υπάρχει και ο ύπνος. Οι μισοί από εσάς παραμιλάτε όσο κοιμόσαστε. Και λέτε πολλά. Και ευτυχώς, όποτε βρίσκεται κάποιος που μιλάει, πάντοτε υπάρχει δίπλα του την κρίσιμη στιγμή ο άνθρωπος ο κατάλληλος να τον ακούσει. Μπορεί να μη συμβαίνει το ίδιο για όλα όσα λέγονται, πάντως σίγουρα ό,τι ακούγεται, υπάρχει. Και ό,τι υπάρχει στην πόλη αυτή, εμένα με ενδιαφέρει. Εσείς μιλάτε στον ύπνο σας; Μη βιαστείτε να απαντήσετε! Άλλωστε είναι τεχνικώς αδύνατο να το γνωρίζετε. Όταν κοιμάστε δεν ακούτε. Και αν τυχόν κάτι ακούσετε, τότε συνήθως ξυπνάτε. Έτσι δεν είναι; Χθες το βράδυ, ας πούμε, δε σας ξύπνησαν οι φωνές;» «Ποιες φωνές, κύριε αστυνόμε;» «Είχα, τελικά, υποτιμήσει τα λόγια του ύπνου, με το να ασχολούμαι τόσο καιρό με τα όνειρα και τους εφιάλτες σας», συνέχισε σχεδόν μονολογώντας ο υπαστυνόμος, ενώ με το ελεύθερο του χέρι χαιρετούσε το φωτογράφο, που από το μπαλκόνι του φάρου παρακολουθούσε την οικογένειά του με το νόμο αγκαζέ να πλησιάζει. «Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε πάνω, κυρία μου. Άλλωστε, ξέρετε, βαριέμαι αφόρητα να λέω τα ίδια πράγματα συνέχεια» και με μία κίνηση απότομη απελευθέρωσε το χέρι του και στρέφοντας αγενώς την πλάτη, πέρασε την πύλη του φάρου και άρχισε να ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια.
Αφού ξεπεράσανε βιαστικά και ακίνδυνα τα προκαταρκτικά για την κατάληψη στο φάρο, για τη μη άσκηση έντιμου και χρήσιμου επαγγέλματος και για την ελλιπή εκπαίδευση των κοριτσιών $πράγματα που για την ώρα άφηναν τον αστυνόμο αδιάφορο και για τα οποία, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που άρχισε την κουβέντα$ προχωρήσανε στον ακριβή σκοπό της κατ’ οίκον επίσκεψης του νόμου.
Αργά το προηγούμενο βράδυ, κατά τις έντεκα και τέταρτο περίπου, έντεκα ακριβώς παιδιά, τέσσερα αγόρια και επτά κορίτσια, όλα ηλικίας δέκα ετών παρά ένα μήνα και όλα κάτοικοι της παραλίας είχαν εξαφανιστεί κάτω από συνθήκες σκοτεινές και αδιευκρίνιστες. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η εξαφάνιση $ μυστηριώδεις εξαφανίσεις γίνονταν κάθε νύχτα και οι άνθρωποι τις είχαν τόσο πια συνηθίσει, που σπάνια ζητούσαν εξηγήσεις και ακόμα πιο σπάνια θρηνούσανε τους εξαφανισθέντες. Και έπειτα, «Αλίμονο αν δεν είχαμε κι αυτές! Τι θα κάναμε, έτσι όπως έχουμε μαζευτεί ο ένας πάνω στον άλλον;» Άλλωστε και τα έντεκα παιδιά με τον ίδιο περίπου μυστηριώδη $και παρεπιμπτόντως ανάρμοστο$ τρόπο είχαν εμφανιστεί πριν από δέκα περίπου χρόνια, οπότε ίσως και το δεύτερο μυστήριο να έδινε αναδρομικά λύση και εξήγηση στο πρώτο, κατά τον ίδιο τρόπο που η από θέση παρανομία θεραπεύει την από φύση.
Πρόβλημα άρχισε να γεννάται όταν διαπιστώθηκε ότι μαζί με τα έντεκα παιδιά είχαν εξαφανιστεί και έντεκα από τα πολυτιμότερα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης και συμπτωματικά οι έντεκα πρώτοι τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης*. Στους τόμους αυτούς, όπως και στους υπόλοιπους εκατό, που απαρτίζουν το μνημειώδες αυτό έργο, δεν έχει πρόσβαση κανένας από τους πολίτες, όπως επίσης κανένας πολίτης δεν έχει δικαίωμα να επισκέπτεται γενικότερα τη Δημόσια Βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη, όπως και κάθε δημόσιο κτήριο και ίδρυμα, ανήκει εξ ορισμού και δικαιωματικά σε όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης, πράγμα που σημαίνει, πως δεν μπορεί ο καθένας από αυτούς να μπαινοβγαίνει, όποτε αυτός γουστάρει και να κάνει ό,τι του κατέβει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νοσηρή του περιέργεια ή όποιο άλλο ταπεινό του κίνητρο. «Τα δικαιώματα του λαού ή θα ασκούνται από ολόκληρο το λαό από κοινού και ταυτόχρονα ή δε θα ασκούνται καθόλου», μας δίδαξαν οι σοφοί μας πρόγονοι, ιδρυτές και νομοθέτες αυτής της πόλης. Και αφού κάποια πράγματα είναι τεχνικώς αδύνατα να πραγματοποιούνται από όλους την ίδια ακριβώς στιγμή, τότε είναι καλύτερα να μη γίνονται καθόλου.
Οι μανάδες των έντεκα, αφού πρώτα βάναυσα ανακρίθηκαν, πρόθυμα στη συνέχεια κατέθεσαν όλα όσα γνώριζαν σχετικά με την ομαδική εξαφάνιση των παιδιών τους και στο τέλος όλες τους αποκάλυψαν αυθόρμητα, πως και τα έντεκα είχαν προαναγγείλει την εξαφάνισή τους από μέρες ή μάλλον από νύχτες πριν, παραμιλώντας στον ύπνο τους υπό το καθεστώς του πυρετού και υπό την επήρεια των μητρικών φίλτρων.
Πατεράδες δε βρέθηκαν, οι γείτονες όμως, που ξύπνησαν μέσα στη νύχτα από τις απροσδόκητες φωνές και τα συνήθη νιαουρίσματα, κατέθεσαν ότι πρώτον, τα εξαφανισθέντα ανήκουν όλα τους στην κατηγορία «τα καλύτερα παιδιά» και δεύτερον, και τα έντεκα συνδέονται με ένα κοινό μυστικό: Τα παιδιά αυτά είναι «τα παιδιά της λάμψης».
«Και εμείς, κύριε αστυνόμε, τι σχέση έχουμε με όλα αυτά; Εμείς έξω από το φάρο τι συμβαίνει δε γνωρίζουμε. Για εμάς ο φάρος είναι η πόλη μας και το μπαλκόνι αυτό το μόνο μας παράθυρο στον κόσμο», είπε ο φωτογράφος και η γυναίκα του πήρε με βυσσινάδα να ξαναγεμίζει του νόμου το ποτήρι. «Για ακούστε καλά!», έκανε ο υπαστυνόμος με θυμό και με τη ράχη του χεριού του πέταξε κάτω το ποτήρι. Και το ποτήρι έσπασε και πότισε με βύσσινο τα παπούτσια του νόμου. «Εγώ δεν είμαι ο συγγραφέας σας να σας μιλάω με μέτρο και ρυθμό και ο νόμος δεν έχει όρεξη και χρόνο να παριστάνει το δημοτικό τραγούδι. Είσαστε ο μοναδικός φωτογράφος στην ακτή και ξέρω καλά πως στήνεστε συχνά τα πρωινά στο μπαλκονάκι σας και φωτογραφίζεται το λιμάνι. Τα έντεκα είναι αδύνατο να το έχουνε σκάσει από άλλη έξοδο, πλην αυτής της θάλασσας. Άλλωστε, άλλες έξοδοι πια δεν υπάρχουν. Έχω εντολή να δω το αρχείο σας με τις φωτογραφίες. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα έχει συλλάβει ο φακός σας, που του νόμου ακόμα διαφεύγει. Παρακαλώ συνεργαστείτε και παραδώστε μου το υπό έρευνα οπτικό υλικό! Και εσείς, κυρία μου, με συγχωρείτε για το ποτήρι και παρακαλώ, να μη λυπάστε τα παπούτσια μου! Έχουν συνηθίσει από κόκκινους λεκέδες».
Ο φωτογράφος, εν μέρει για να ξεμουδιάσει εν μέρει για να δείξει καλή θέληση και υπακοή, σηκώθηκε από την καρέκλα του, αφήνοντας τον υπαστυνόμο και τη σύζυγο να αλληλοσυγχαίρονται για την εξαιρετική ποιότητα της βυσσινάδας και των παπουτσιών αντίστοιχα, και πέρασε στο εσωτερικό του φάρου για να επιστρέψει μετά από λίγα λεπτά στο μπαλκόνι και στην εκλεκτή παρέα του, κουβαλώντας ένα τεράστιο λευκό ντοσιέ.
Ο υπαστυνόμος, εν μέρει από ανυπομονησία εν μέρει από ευγένεια, έσπευσε να ξαλαφρώσει το φωτογράφο από το βαρύ φορτίο του, αρπάζοντας σχεδόν από τα χέρια του το λευκό ντοσιέ. Έπειτα ξανακάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε στην αρχή με προσποιητή αδιαφορία και στη συνέχεια με ολοένα και αυξανόμενη όρεξη να ξεφυλλίζει το αρχείο, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις πρώτες ψιχάλες της βροχής που άρχισαν τριγύρω του να πέφτουν.
Ο φωτογράφος άνοιξε μια ομπρέλα και στάθηκε όρθιος διακριτικά πίσω από τον ώμο του υπαστυνόμου. Μπορεί ο νόμος να ήταν αδιάβροχος, δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τις φωτογραφίες του. Η γυναίκα του μάζεψε βιαστικά το ποτήρια και χάθηκε μέσα στο φάρο αφήνοντας μόνους τους δύο άντρες και τη βροχή $η οποία ολοένα και δυνάμωνε$ να κάνουν τη δουλειά τους.
Ούτε το ένα πέμπτο του αρχείου δεν είχε προλάβει να διανύσει ο υπαστυνόμος, όταν έκλεισε απότομα το ντοσιέ και στρίβοντας το λαιμό του ενενήντα μοίρες ακριβώς, επέστρεψε το βλέμμα και το λόγο του στον φωτογράφο. «Με κοροϊδεύετε; Αυτές είναι όλες ίδιες!» είπε και την ίδια ακριβώς στιγμή μια αστραπή έσκισε στα δύο στο βάθος τον ορίζοντα. «Ό,τι φαίνεται ίδιο σε εσάς, δε σημαίνει πως είναι ίδιο και για εμένα», απάντησε ο άλλος και με μια βροντή ο ουρανός την απάντηση του υπογράμμισε. «Είναι παράξενο», συνέχισε ο άνθρωπος του νόμου. «Πάντοτε δυσκολεύομαι να ανακαλύψω διαφορές σε καθετί που εσείς νομίζετε πως διαφέρει».
Ο υπαστυνόμος άνοιξε ξανά το ντοσιέ περίπου στη μέση και αφαίρεσε προσεχτικά μία από τις φωτογραφίες και ύστερα άλλη μία από το τελευταίο φύλλο. Έβγαλε ένα μαντήλι, τύλιξε τις δύο φωτογραφίες και έπειτα τις έριξε κάπου βαθιά στις εσωτερικές τσέπες του παλτού του. Στη συνέχεια σηκώθηκε, έσπρωξε το αρχείο πίσω στην αγκαλιά του φωτογράφου και αφού του τσίμπησε λίγο το μάγουλο, του πήρε την ομπρέλα λέγοντας του, «Αυτό θα σας το δανειστώ για λίγο» και βούτηξε από το μπαλκόνι στο κενό. Ο φωτογράφος έσκυψε από το περβάζι και τον είδε να προσγειώνεται όρθιος, να κλείνει την ομπρέλα και να εξαφανίζεται τρέχοντας προς το εσωτερικό της πόλης.
Δύο μέρες μετά το Υπουργείο Γραμμάτων, Τεχνών και Πληροφοριών ανακοίνωνε ότι, ενώ οι έντεκα σχεδόν δεκάχρονοι δράστες της κλοπής στη Δημόσια Βιβλιοθήκη ακόμα παραμένουν ασύλληπτοι, ειδικό συνεργείο επιστημόνων και αργόσχολων αναλαμβάνει το δύσκολο, μα όχι και ακατόρθωτο έργο της εκ νέου συγγραφής και πλήρους αντικατάστασης των έντεκα πρώτων τόμων της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης.
Δυο-τρεις κάτοικοι της παραλίας, που αν ίσως πίστευαν σε κάτι, θα ορκίζονταν σε αυτό, και αν είχαν ίσως κάτι να φοβούνται, τότε θα μαρτυρούσαν πως είχανε δει τους έντεκα μικρούς φυγάδες δυο μέρες πριν, να αλληλοκατασπαράσσονται στην άκρη της ακτής. Η διαδικασία αυτή είχε κρατήσει μόλις μερικά λεπτά και είχε γίνει με τρόπο που συνδύαζε με αρμονικά τη φρίκη με την τελετουργία.
Συγκεκριμένα, το πρώτο παιδί ξεκίνησε τρώγοντας το δεύτερο, στη συνέχεια το τρίτο κατάπιε το πρώτο και ούτω καθ’ εξής, μέχρι που ο τελευταίος επιζήσας με τους άλλους δέκα ήδη στην κοιλιά, βάλθηκε να καταπίνει σαν καραμέλες έναν-έναν τους διαφυγόντες τόμους. Έπειτα έβγαλε όλα τα ρούχα του, τα δίπλωσε προσεχτικά και έτσι ολόγυμνο και από γνώσεις και σάρκες χορτασμένο, άρχισε να χτυπιέται, μόνο του να παλεύει και να σπαρταρά, με έναν τρόπο, που ίσως σε κάποιον άλλο πλανήτη, σε κάποιο διαφορετικό σύστημα αξιών, ίσως και να μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή χορού. Τέλος, φώναξε με όλη του τη δύναμη κάτι που έμοιαζε με γυναικείο όνομα** και αφού μεταμορφώθηκε σε κάτι ανάμεσα σε χταποδοκαλαμάρι και καλαμαροχτάποδο, βούτηξε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε για πάντα.
Σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, κάπου βαθιά μέσα στη διοίκηση της πόλης, κάτω από στοίβες περιοδικών και αποτυχημένων προσπαθειών αναβίωσης του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αν κάποιος έψαχνε καλά, θα έβρισκε δυο εξαιρετικά διαφωτιστικές φωτογραφίες, με ελάχιστες και αμελητέες μεταξύ τους διαφορές. Δυο σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες, που ίσως να έδιναν επιτέλους λύση στο μυστήριο και ίσως και να έστελναν κάποιους απόψε νωρίτερα για ύπνο.
Η εποχή, όμως, και η ηλικία, που οι άνθρωποι περνούσανε την ώρα τους ψάχνοντας ξένα ντουλάπια και συρτάρια έχει πια περάσει.
*Για την Ιστορία και για την ιστορία αξίζει να αναφέρουμε ότι οι έντεκα απολεσθέντες τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης ήταν οι εξής: τόμος Α’ (από αβαρής έως αβαθής), τόμος Β’ (από αγανακτώ έως αντιστέκομαι), τόμος Γ’ (από αξύριστος έως ατιμωρησία), τόμος Δ’ (από αυτόχειρας έως βαθμοφόρος), τόμος Ε’ (από βαθύφωνος έως βατραχομούρης), τόμος ΣΤ’ (από βαρεμάρα έως βουλιάζω), τόμος Ζ’ (από βουρκώνω έως βυθίζομαι), τόμος Η’ (από γαϊδουροδένω έως γαϊδουρογυρεύω), τόμος Θ’ (από γατί έως γιατί), τόμος Ι’ (από γκρίζο έως γονατίζω) και τόμος ΙΑ’ (από γράφω έως διαγράφω). Φυσικά, η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια περιέχει μόνο λήμματα και όχι ορισμούς κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ποινικός κώδικας περιέχει εγκλήματα, μα όχι και θύματα ή εγκληματίες και η λίστα με τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ περιέχει καταναλωτικά αγαθά, αλλά δεν αναφέρει και τα ράφια, όπου πρέπει να ψάξει κανείς για να τα βρει. Για να χαρακτηριστεί ένα οποιοδήποτε έργο μνημειώδες, θα πρέπει να εξυπηρετεί τη λειτουργία της μνήμης και η μνήμη των ανθρώπων δεν είναι επιτραπέζιο παιχνίδι.
**Ρώτησα επανειλημμένως αυτούς τους δυο-τρεις ανθρώπους να μου πουν ποιο ήταν αυτό το όνομα και κάθε φορά μου έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Αρχίζω να πιστεύω πως οι ψευδομάρτυρες έχουν γίνει χειρότεροι και από τους ψευδοπροφήτες.
Οι άνθρωποι της παραλίας $ήταν Τετάρτη και οι περισσότεροι είχαν ήδη ξυπνήσει για να πάνε στις φυλακές και τα παζάρια τους$ τρόμαξαν στην αρχή και άρχισαν να τρέχουνε ασύντακτοι και πανικόβλητοι προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, πιστεύοντας πως έτσι έτρεχαν μακριά και άφηναν πίσω τον ίδιο τους τον τρόμο. Επειδή, όμως, την παραλία αυτή την είχε σχεδιάσει ο ίδιος αρχιτέκτονας που κάποτε είχε φτιάξει και ετούτο τον πλανήτη, οι άνθρωποι και ο τρόμος τους, όσο μακριά κι αν έτρεχαν, γρήγορα πάλι επέστρεφαν στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Βαρέθηκε ο τρόμος και οι άνθρωποι κουράστηκαν και έτσι σταμάτησαν κάποτε να τρέχουν και απέμειναν λαχανιασμένοι να παρατηρούν τον σιωπηλό απόηχο του φαινομένου με την απορία στο βλέμμα και στους πνεύμονες να διαδέχεται την ανησυχία στα κάτω άκρα και στα έντερα.
Μέχρι που, κυλώντας η μέρα πεισματικά αδιάφορη για τρόμους και φαινόμενα, άξαφνα μεσημέριασε και άρχισαν να θερίζουν τους ανθρώπους της παραλίας η πείνα και η κούραση. Έτσι γύρισαν πίσω στα σπιτάκια τους να φάνε και να κοιμηθούν και ύστερα πάλι, το απόγευμα ζωηροί και ορεξάτοι, επέστρεψαν στις θέσεις τους, κατά μήκος της ακτής, σίγουροι όσο ποτέ ξανά στο παρελθόν πως θα έβλεπαν το αλλόκοτο εκείνο πρωινό θέαμα να επαναλαμβάνεται πιστά.
Η λάμψη, ωστόσο, δεν έλεγε να επιστρέψει και η απογοήτευση στεφάνωσε με παγωμένο σύρμα τις γειτονιές της παραλίας.
Οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια πέρασαν και οι άνθρωποι επέλεξαν να θάψουν το μυστήριο εκείνο πρωινό κάτω από ακόμα μια βαριά συνωμοσία της σιωπής. Να μην το μάθουν άλλοι άνθρωποι από άλλες γειτονιές και τους ταράξουνε στο δούλεμα, που έτσι απερίσκεπτα και ανώφελα κάποτε ξόδεψαν μια τόσο πολύτιμη και αναντικατάστατη ημέρα. Οι ερχόμενες γενιές να μην το καταλάβουν και τους καταραστούν που δεν τους γέννησαν νωρίτερα να μοιραστούν κι αυτές μαζί τους το φως το τυφλό του ανεπανάληπτου.
Στην άκρη της παραλίας και στο σημείο από όπου ξεκινούσε ο μακρύς κυματοθραύστης της, τον οποίο οι άνθρωποι ονόμαζαν κορδόνι $για λόγους αδιευκρίνιστους$ και τα κύματα θεό $για ευνόητους λόγους$, υπήρχε τότε ένας μικρός παλιός, σχεδόν αρχαίος, φάρος, που από χρόνια τον είχε καταλάβει η οικογένεια ενός φωτογράφου. Ο φωτογράφος, η γυναίκα του και τα δύο μικρά τους κοριτσάκια είχαν με κέφι και με φροντίδα απαράμιλλη μετατρέψει τον εγκαταλειμμένο φάρο σε μια πανέμορφη κατοικία, που τίποτα δεν είχε να ζηλέψει από τα άλλα σπίτια της ακτής, προνοώντας βέβαια να μην υπάρχει και τίποτα να βρουν για να ζηλέψουν από αυτούς οι άλλοι.
Αφού ήταν άγραφος νόμος στο δυσανάγνωστο πολίτευμα της αναλφάβητης ετούτης πολιτείας, πως κάθε είδους παρανομία, όταν αυτή δε συνοδεύεται από οποιαδήποτε κοινωνική πρόκληση και αισθητική υπερβολή, εν τέλει να παράγει δίκαιο.
Τα ξημερώματα της ενδεκάτης Ιανουαρίου του 200... και λίγο πριν η μυστηριώδης λάμψη αναδυθεί στην επιφάνεια της θάλασσας, ταράσσοντας τις σχεδόν ομόκεντρες ζωές των κατοίκων της παραλίας, ο φωτογράφος του φάρου είχε ήδη στηθεί από ώρα στο μπαλκόνι του παρέα με όλα της δουλείας του τα εξαπτέρυγα, τις κάμερες και τους φακούς, και περίμενε να αποθανατίσει την ημέρα πριν καλά-καλά εκείνη γεννηθεί. Το είχε συνήθεια και εμμονή κάθε πρωί να σημαδεύει προς το άνοιγμα του λιμανιού, εκεί από όπου ο ήλιος, τα πουλιά και τα καράβια ερχόντουσαν προς την πόλη και μόλις η καινούρια μέρα έκανε δειλά-δειλά την πρώτη της εμφάνιση, εκείνος με ένα του κλικ να την αιφνιδιάζει.
Από το κλικ εκείνο και μέχρι το επόμενο, σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες μετά, τίποτα άλλο δεν είχε να τραβήξει, αφού τίποτα άλλο καλύτερο από αυτό δεν έβρισκε και κανένας τίποτα από αυτό χειρότερο ποτέ δεν του ζητούσε. Οι άλλοι χλεύαζαν τη συνήθειά του αυτή και έλεγαν, «Τι φωτογράφος είναι αυτός, που δε φωτογραφίζει τίποτα;» Μα εκείνος με ερώτηση, ατάραχος, τους απαντούσε, «Μήπως και ο γιατρός, που άρρωστους δε βρίσκει για να θεραπεύσει, παύει γιατρός να είναι;» Και έτσι, αφού ξεμπέρδευε με τη δουλεία και το καθήκον του πρωί-πρωί, του έμενε μια μέρα ολόκληρη μπροστά ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.
Στηθήκανε, λοιπόν, εκείνο το πρωί τα σύνεργα παρέα με το φωτογράφο τους, όπως κάθε πρωί, τη μέρα να φωτογραφίσουν. Να την προλάβουν, όσο είναι μικρή ακόμα και άδολη, να την τραβήξουν έτσι, λευκή και αμόλυντη, πριν τη λερώσει η πόλη. Έτσι, μαζί με τους άλλους κατοίκους της παραλίας, ο φωτογράφος με τις δύο κόρες του για συντροφιά $τις ξύπναγε από τα άγρια χαράματα, δήθεν για να τον βοηθάνε στη δουλειά$ έγινε κι αυτός μάρτυρας του αλλόκοτου εκείνου φαινομένου. «Τι είναι αυτό, μπαμπά;», ρωτούσανε οι κόρες. «Τι ήταν αυτό κορίτσια μου;», εκείνος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, με ερώτηση τους απαντούσε.
Εννέα μήνες μετά, έντεκα έγκυες γυναίκες, όλες τους κόρες διαλεκτές αξιότιμων οικογενειών της παραλίας, έφεραν στον κόσμο έντεκα ακριβώς παιδιά $ τα τέσσερα αγόρια και τα άλλα επτά κορίτσια. Μα, επειδή καμία από τις μανάδες των παιδιών αυτών δεν είχε προλάβει να ζευγαρώσει με άντρα ακόμα $αφού οι περισσότερες ήταν πολύ μικρές και από το σπίτι τους σπάνια ξεμυτούσαν$ σκεφτήκανε οι άνθρωποι, πως όλα εκείνα τα παιδιά ήταν «παιδιά της λάμψης».
Το σκέφτηκαν, το ξανασκέφτηκαν, αλλά σε ολόκληρη ετούτη την ακτή δε βρέθηκε κανένας τολμηρός τις σκέψεις του να μαρτυρήσει, αφού όλοι τους με τη συνωμοσία της σιωπής ήτανε δεσμευμένοι.
Εννέα χρόνια και έντεκα μήνες μετά και ενώ τα κοριτσάκια του φωτογράφου είχανε γίνει πια σωστές γυναίκες, ένα πρωί ντυθήκαν, στολιστήκανε και βγήκανε παρέα με τη μάνα τους βόλτα στην παραλία. Όμως, από της βόλτας τους τα πρώτα βήματα, το ένιωσαν καθαρά πως κάτι δεν πήγαινε καλά στη μέρα και στην πόλη. Μα είναι που οι άνθρωποι της παραλίας το έχουνε συνήθειο, όταν βλέπουνε πως κάτι δεν πάει καλά, να προχωράν ατάραχοι μπροστά, αντί φρόνιμα να επιστρέφουν πίσω και έτσι οι τρεις τους συνέχισαν αμέριμνες τη βόλτα.
Και προχωρώντας είδανε από κοντά, σε όλο το μήκος της ακτής, από το φάρο τους και μέχρι πέρα, μακριά στο στοιχειωμένο τελωνείο, τα μαγαζιά να είναι κλειστά και έρημα τα καφενεία. Ώσπου κάπου, στο βάθος διέκριναν χωροφυλάκους και στρατό συγκεντρωμένους, αόρατα και σιωπηλά ασκήσεις με τα όπλα τους να κάνουνε. Άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά, μονάχα λίγες γάτες, που παριστάνανε πως λιάζονται κάτω από έναν ήλιο ανύπαρκτο, καλά οχυρωμένο πίσω από βαριά και μαύρα σύννεφα. Από ένα μισόκλειστο παράθυρο, κάποιος τους φώναξε να φύγουν και τότε μόνο η μάνα έσφιξε των κοριτσιών τα χέρια και έκανε πίσω να τα τραβήξει, στο φαρόσπιτο, όταν ξαφνικά μία φωνή κρυμμένη πίσω από μια εφημερίδα ακούστηκε σαν γλάρου κρώξιμο, «που πάνε οι κυρίες;»
Η εφημερίδα χαμηλά κατέβηκε και αφού διπλώθηκε προσεχτικά, μπήκε κάτω από τη μασχάλη ενός χοντρού με τιράντες και γυαλιά, που άρχισε με βήματα αργά να πλησιάζει. Κι ενώ αυτός απειλητικά πλησίαζε, μια δεύτερη φωνή ακούστηκε από το πουθενά, σαν το μπισκότο που γλιστράει μέσα στο τσάι το καυτό, λειώνει και διαλύεται, «οι κυρίες είναι μαζί μου». Μάνα και κόρες γύρισαν προς το πουθενά και είδαν πίσω από τη γλυκερή φωνή έναν υπαστυνόμο. «Από εδώ, παρακαλώ!», διέταξε ευγενικά μεταβολή και άρχισαν οι τρεις τους πλάι του να περπατούν, πίσω στο δρόμο για το φάρο.
«Τι συμβαίνει, υπαστυνόμε;», τον ρωτήσανε. «Έχουμε πόλεμο;» Ο υπαστυνόμος τις αγριοκοίταξε. «Τι είναι πόλεμος; Πού ακούσατε τέτοια λέξη; Οι πόλεμοι τελείωσαν. Τώρα έχουμε άλλους τρόπους πιο όμορφους και αποτελεσματικούς να λύνουμε τις διαφορές μας. Αφήστε που ούτε καν διαφορές δεν υπάρχουν πια». Και ύστερα γλυκαίνοντας ξανά, «Είσαστε, φαντάζομαι, οι κόρες του φωτογράφου», είπε, και η μάνα, ακούγοντας το κοπλιμέντο, ντράπηκε και έσφιξε και άλλο των δύο κοριτσιών τα χέρια. «Παρακαλώ, θα είχατε την καλοσύνη να με συνοδέψετε μέχρι το φάρο; Θα ήθελα πολύ να μιλήσω στον πατέρα σας», συνέχισε το λάθος. Και αφού στον άνθρωπο του νόμου τέτοια λάθη είναι ανεπίτρεπτα, του φωτογράφου η γυναίκα με όλο το αίμα στα μαγουλά της μαζεμένο, άφησε τα κορίτσια της και άρπαξε γερά το μπράτσο του υπαστυνόμου. «Μα τι έχει γίνει; Θα μας σκάσετε! Δε θα μας πείτε, επιτέλους;»
«Έχετε ακουστά, κυρία μου, για τα παιδιά της λάμψης; Ελάτε τώρα! Μην κάνετε πως το ακούτε για πρώτη φορά. Αρκετά με αυτή τη γελοία συνωμοσία της σιωπής! Μη νομίζεται ότι δεν το γνωρίζω. Παριστάνω τον αδιάφορο ή τον ανήξερο, μόνο όταν αυτό προστάζει το δημόσιο συμφέρον. Κι αν εσείς οι άνθρωποι της παραλίας έχετε επιλέξει για κάποια πράγματα να μη μιλάτε ποτέ, ευτυχώς υπάρχει και ο ύπνος. Οι μισοί από εσάς παραμιλάτε όσο κοιμόσαστε. Και λέτε πολλά. Και ευτυχώς, όποτε βρίσκεται κάποιος που μιλάει, πάντοτε υπάρχει δίπλα του την κρίσιμη στιγμή ο άνθρωπος ο κατάλληλος να τον ακούσει. Μπορεί να μη συμβαίνει το ίδιο για όλα όσα λέγονται, πάντως σίγουρα ό,τι ακούγεται, υπάρχει. Και ό,τι υπάρχει στην πόλη αυτή, εμένα με ενδιαφέρει. Εσείς μιλάτε στον ύπνο σας; Μη βιαστείτε να απαντήσετε! Άλλωστε είναι τεχνικώς αδύνατο να το γνωρίζετε. Όταν κοιμάστε δεν ακούτε. Και αν τυχόν κάτι ακούσετε, τότε συνήθως ξυπνάτε. Έτσι δεν είναι; Χθες το βράδυ, ας πούμε, δε σας ξύπνησαν οι φωνές;» «Ποιες φωνές, κύριε αστυνόμε;» «Είχα, τελικά, υποτιμήσει τα λόγια του ύπνου, με το να ασχολούμαι τόσο καιρό με τα όνειρα και τους εφιάλτες σας», συνέχισε σχεδόν μονολογώντας ο υπαστυνόμος, ενώ με το ελεύθερο του χέρι χαιρετούσε το φωτογράφο, που από το μπαλκόνι του φάρου παρακολουθούσε την οικογένειά του με το νόμο αγκαζέ να πλησιάζει. «Τα υπόλοιπα θα τα ακούσετε πάνω, κυρία μου. Άλλωστε, ξέρετε, βαριέμαι αφόρητα να λέω τα ίδια πράγματα συνέχεια» και με μία κίνηση απότομη απελευθέρωσε το χέρι του και στρέφοντας αγενώς την πλάτη, πέρασε την πύλη του φάρου και άρχισε να ανεβαίνει δυο-δυο τα σκαλοπάτια.
Αφού ξεπεράσανε βιαστικά και ακίνδυνα τα προκαταρκτικά για την κατάληψη στο φάρο, για τη μη άσκηση έντιμου και χρήσιμου επαγγέλματος και για την ελλιπή εκπαίδευση των κοριτσιών $πράγματα που για την ώρα άφηναν τον αστυνόμο αδιάφορο και για τα οποία, άλλωστε, δεν ήταν αυτός που άρχισε την κουβέντα$ προχωρήσανε στον ακριβή σκοπό της κατ’ οίκον επίσκεψης του νόμου.
Αργά το προηγούμενο βράδυ, κατά τις έντεκα και τέταρτο περίπου, έντεκα ακριβώς παιδιά, τέσσερα αγόρια και επτά κορίτσια, όλα ηλικίας δέκα ετών παρά ένα μήνα και όλα κάτοικοι της παραλίας είχαν εξαφανιστεί κάτω από συνθήκες σκοτεινές και αδιευκρίνιστες. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν η εξαφάνιση $ μυστηριώδεις εξαφανίσεις γίνονταν κάθε νύχτα και οι άνθρωποι τις είχαν τόσο πια συνηθίσει, που σπάνια ζητούσαν εξηγήσεις και ακόμα πιο σπάνια θρηνούσανε τους εξαφανισθέντες. Και έπειτα, «Αλίμονο αν δεν είχαμε κι αυτές! Τι θα κάναμε, έτσι όπως έχουμε μαζευτεί ο ένας πάνω στον άλλον;» Άλλωστε και τα έντεκα παιδιά με τον ίδιο περίπου μυστηριώδη $και παρεπιμπτόντως ανάρμοστο$ τρόπο είχαν εμφανιστεί πριν από δέκα περίπου χρόνια, οπότε ίσως και το δεύτερο μυστήριο να έδινε αναδρομικά λύση και εξήγηση στο πρώτο, κατά τον ίδιο τρόπο που η από θέση παρανομία θεραπεύει την από φύση.
Πρόβλημα άρχισε να γεννάται όταν διαπιστώθηκε ότι μαζί με τα έντεκα παιδιά είχαν εξαφανιστεί και έντεκα από τα πολυτιμότερα βιβλία της Δημόσιας Βιβλιοθήκης και συμπτωματικά οι έντεκα πρώτοι τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης*. Στους τόμους αυτούς, όπως και στους υπόλοιπους εκατό, που απαρτίζουν το μνημειώδες αυτό έργο, δεν έχει πρόσβαση κανένας από τους πολίτες, όπως επίσης κανένας πολίτης δεν έχει δικαίωμα να επισκέπτεται γενικότερα τη Δημόσια Βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη, όπως και κάθε δημόσιο κτήριο και ίδρυμα, ανήκει εξ ορισμού και δικαιωματικά σε όλους τους κατοίκους αυτής της πόλης, πράγμα που σημαίνει, πως δεν μπορεί ο καθένας από αυτούς να μπαινοβγαίνει, όποτε αυτός γουστάρει και να κάνει ό,τι του κατέβει, προκειμένου να ικανοποιήσει τη νοσηρή του περιέργεια ή όποιο άλλο ταπεινό του κίνητρο. «Τα δικαιώματα του λαού ή θα ασκούνται από ολόκληρο το λαό από κοινού και ταυτόχρονα ή δε θα ασκούνται καθόλου», μας δίδαξαν οι σοφοί μας πρόγονοι, ιδρυτές και νομοθέτες αυτής της πόλης. Και αφού κάποια πράγματα είναι τεχνικώς αδύνατα να πραγματοποιούνται από όλους την ίδια ακριβώς στιγμή, τότε είναι καλύτερα να μη γίνονται καθόλου.
Οι μανάδες των έντεκα, αφού πρώτα βάναυσα ανακρίθηκαν, πρόθυμα στη συνέχεια κατέθεσαν όλα όσα γνώριζαν σχετικά με την ομαδική εξαφάνιση των παιδιών τους και στο τέλος όλες τους αποκάλυψαν αυθόρμητα, πως και τα έντεκα είχαν προαναγγείλει την εξαφάνισή τους από μέρες ή μάλλον από νύχτες πριν, παραμιλώντας στον ύπνο τους υπό το καθεστώς του πυρετού και υπό την επήρεια των μητρικών φίλτρων.
Πατεράδες δε βρέθηκαν, οι γείτονες όμως, που ξύπνησαν μέσα στη νύχτα από τις απροσδόκητες φωνές και τα συνήθη νιαουρίσματα, κατέθεσαν ότι πρώτον, τα εξαφανισθέντα ανήκουν όλα τους στην κατηγορία «τα καλύτερα παιδιά» και δεύτερον, και τα έντεκα συνδέονται με ένα κοινό μυστικό: Τα παιδιά αυτά είναι «τα παιδιά της λάμψης».
«Και εμείς, κύριε αστυνόμε, τι σχέση έχουμε με όλα αυτά; Εμείς έξω από το φάρο τι συμβαίνει δε γνωρίζουμε. Για εμάς ο φάρος είναι η πόλη μας και το μπαλκόνι αυτό το μόνο μας παράθυρο στον κόσμο», είπε ο φωτογράφος και η γυναίκα του πήρε με βυσσινάδα να ξαναγεμίζει του νόμου το ποτήρι. «Για ακούστε καλά!», έκανε ο υπαστυνόμος με θυμό και με τη ράχη του χεριού του πέταξε κάτω το ποτήρι. Και το ποτήρι έσπασε και πότισε με βύσσινο τα παπούτσια του νόμου. «Εγώ δεν είμαι ο συγγραφέας σας να σας μιλάω με μέτρο και ρυθμό και ο νόμος δεν έχει όρεξη και χρόνο να παριστάνει το δημοτικό τραγούδι. Είσαστε ο μοναδικός φωτογράφος στην ακτή και ξέρω καλά πως στήνεστε συχνά τα πρωινά στο μπαλκονάκι σας και φωτογραφίζεται το λιμάνι. Τα έντεκα είναι αδύνατο να το έχουνε σκάσει από άλλη έξοδο, πλην αυτής της θάλασσας. Άλλωστε, άλλες έξοδοι πια δεν υπάρχουν. Έχω εντολή να δω το αρχείο σας με τις φωτογραφίες. Δεν μπορεί, όλο και κάτι θα έχει συλλάβει ο φακός σας, που του νόμου ακόμα διαφεύγει. Παρακαλώ συνεργαστείτε και παραδώστε μου το υπό έρευνα οπτικό υλικό! Και εσείς, κυρία μου, με συγχωρείτε για το ποτήρι και παρακαλώ, να μη λυπάστε τα παπούτσια μου! Έχουν συνηθίσει από κόκκινους λεκέδες».
Ο φωτογράφος, εν μέρει για να ξεμουδιάσει εν μέρει για να δείξει καλή θέληση και υπακοή, σηκώθηκε από την καρέκλα του, αφήνοντας τον υπαστυνόμο και τη σύζυγο να αλληλοσυγχαίρονται για την εξαιρετική ποιότητα της βυσσινάδας και των παπουτσιών αντίστοιχα, και πέρασε στο εσωτερικό του φάρου για να επιστρέψει μετά από λίγα λεπτά στο μπαλκόνι και στην εκλεκτή παρέα του, κουβαλώντας ένα τεράστιο λευκό ντοσιέ.
Ο υπαστυνόμος, εν μέρει από ανυπομονησία εν μέρει από ευγένεια, έσπευσε να ξαλαφρώσει το φωτογράφο από το βαρύ φορτίο του, αρπάζοντας σχεδόν από τα χέρια του το λευκό ντοσιέ. Έπειτα ξανακάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε στην αρχή με προσποιητή αδιαφορία και στη συνέχεια με ολοένα και αυξανόμενη όρεξη να ξεφυλλίζει το αρχείο, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις πρώτες ψιχάλες της βροχής που άρχισαν τριγύρω του να πέφτουν.
Ο φωτογράφος άνοιξε μια ομπρέλα και στάθηκε όρθιος διακριτικά πίσω από τον ώμο του υπαστυνόμου. Μπορεί ο νόμος να ήταν αδιάβροχος, δεν ίσχυε όμως το ίδιο και για τις φωτογραφίες του. Η γυναίκα του μάζεψε βιαστικά το ποτήρια και χάθηκε μέσα στο φάρο αφήνοντας μόνους τους δύο άντρες και τη βροχή $η οποία ολοένα και δυνάμωνε$ να κάνουν τη δουλειά τους.
Ούτε το ένα πέμπτο του αρχείου δεν είχε προλάβει να διανύσει ο υπαστυνόμος, όταν έκλεισε απότομα το ντοσιέ και στρίβοντας το λαιμό του ενενήντα μοίρες ακριβώς, επέστρεψε το βλέμμα και το λόγο του στον φωτογράφο. «Με κοροϊδεύετε; Αυτές είναι όλες ίδιες!» είπε και την ίδια ακριβώς στιγμή μια αστραπή έσκισε στα δύο στο βάθος τον ορίζοντα. «Ό,τι φαίνεται ίδιο σε εσάς, δε σημαίνει πως είναι ίδιο και για εμένα», απάντησε ο άλλος και με μια βροντή ο ουρανός την απάντηση του υπογράμμισε. «Είναι παράξενο», συνέχισε ο άνθρωπος του νόμου. «Πάντοτε δυσκολεύομαι να ανακαλύψω διαφορές σε καθετί που εσείς νομίζετε πως διαφέρει».
Ο υπαστυνόμος άνοιξε ξανά το ντοσιέ περίπου στη μέση και αφαίρεσε προσεχτικά μία από τις φωτογραφίες και ύστερα άλλη μία από το τελευταίο φύλλο. Έβγαλε ένα μαντήλι, τύλιξε τις δύο φωτογραφίες και έπειτα τις έριξε κάπου βαθιά στις εσωτερικές τσέπες του παλτού του. Στη συνέχεια σηκώθηκε, έσπρωξε το αρχείο πίσω στην αγκαλιά του φωτογράφου και αφού του τσίμπησε λίγο το μάγουλο, του πήρε την ομπρέλα λέγοντας του, «Αυτό θα σας το δανειστώ για λίγο» και βούτηξε από το μπαλκόνι στο κενό. Ο φωτογράφος έσκυψε από το περβάζι και τον είδε να προσγειώνεται όρθιος, να κλείνει την ομπρέλα και να εξαφανίζεται τρέχοντας προς το εσωτερικό της πόλης.
Δύο μέρες μετά το Υπουργείο Γραμμάτων, Τεχνών και Πληροφοριών ανακοίνωνε ότι, ενώ οι έντεκα σχεδόν δεκάχρονοι δράστες της κλοπής στη Δημόσια Βιβλιοθήκη ακόμα παραμένουν ασύλληπτοι, ειδικό συνεργείο επιστημόνων και αργόσχολων αναλαμβάνει το δύσκολο, μα όχι και ακατόρθωτο έργο της εκ νέου συγγραφής και πλήρους αντικατάστασης των έντεκα πρώτων τόμων της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης.
Δυο-τρεις κάτοικοι της παραλίας, που αν ίσως πίστευαν σε κάτι, θα ορκίζονταν σε αυτό, και αν είχαν ίσως κάτι να φοβούνται, τότε θα μαρτυρούσαν πως είχανε δει τους έντεκα μικρούς φυγάδες δυο μέρες πριν, να αλληλοκατασπαράσσονται στην άκρη της ακτής. Η διαδικασία αυτή είχε κρατήσει μόλις μερικά λεπτά και είχε γίνει με τρόπο που συνδύαζε με αρμονικά τη φρίκη με την τελετουργία.
Συγκεκριμένα, το πρώτο παιδί ξεκίνησε τρώγοντας το δεύτερο, στη συνέχεια το τρίτο κατάπιε το πρώτο και ούτω καθ’ εξής, μέχρι που ο τελευταίος επιζήσας με τους άλλους δέκα ήδη στην κοιλιά, βάλθηκε να καταπίνει σαν καραμέλες έναν-έναν τους διαφυγόντες τόμους. Έπειτα έβγαλε όλα τα ρούχα του, τα δίπλωσε προσεχτικά και έτσι ολόγυμνο και από γνώσεις και σάρκες χορτασμένο, άρχισε να χτυπιέται, μόνο του να παλεύει και να σπαρταρά, με έναν τρόπο, που ίσως σε κάποιον άλλο πλανήτη, σε κάποιο διαφορετικό σύστημα αξιών, ίσως και να μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή χορού. Τέλος, φώναξε με όλη του τη δύναμη κάτι που έμοιαζε με γυναικείο όνομα** και αφού μεταμορφώθηκε σε κάτι ανάμεσα σε χταποδοκαλαμάρι και καλαμαροχτάποδο, βούτηξε στη θάλασσα και εξαφανίστηκε για πάντα.
Σε κάποιο ντουλάπι, σε κάποια δημόσια υπηρεσία, κάπου βαθιά μέσα στη διοίκηση της πόλης, κάτω από στοίβες περιοδικών και αποτυχημένων προσπαθειών αναβίωσης του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος, αν κάποιος έψαχνε καλά, θα έβρισκε δυο εξαιρετικά διαφωτιστικές φωτογραφίες, με ελάχιστες και αμελητέες μεταξύ τους διαφορές. Δυο σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες, που ίσως να έδιναν επιτέλους λύση στο μυστήριο και ίσως και να έστελναν κάποιους απόψε νωρίτερα για ύπνο.
Η εποχή, όμως, και η ηλικία, που οι άνθρωποι περνούσανε την ώρα τους ψάχνοντας ξένα ντουλάπια και συρτάρια έχει πια περάσει.
*Για την Ιστορία και για την ιστορία αξίζει να αναφέρουμε ότι οι έντεκα απολεσθέντες τόμοι της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Πόλης ήταν οι εξής: τόμος Α’ (από αβαρής έως αβαθής), τόμος Β’ (από αγανακτώ έως αντιστέκομαι), τόμος Γ’ (από αξύριστος έως ατιμωρησία), τόμος Δ’ (από αυτόχειρας έως βαθμοφόρος), τόμος Ε’ (από βαθύφωνος έως βατραχομούρης), τόμος ΣΤ’ (από βαρεμάρα έως βουλιάζω), τόμος Ζ’ (από βουρκώνω έως βυθίζομαι), τόμος Η’ (από γαϊδουροδένω έως γαϊδουρογυρεύω), τόμος Θ’ (από γατί έως γιατί), τόμος Ι’ (από γκρίζο έως γονατίζω) και τόμος ΙΑ’ (από γράφω έως διαγράφω). Φυσικά, η Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια περιέχει μόνο λήμματα και όχι ορισμούς κατά τον ίδιο τρόπο που ο Ποινικός κώδικας περιέχει εγκλήματα, μα όχι και θύματα ή εγκληματίες και η λίστα με τα ψώνια για το σούπερ μάρκετ περιέχει καταναλωτικά αγαθά, αλλά δεν αναφέρει και τα ράφια, όπου πρέπει να ψάξει κανείς για να τα βρει. Για να χαρακτηριστεί ένα οποιοδήποτε έργο μνημειώδες, θα πρέπει να εξυπηρετεί τη λειτουργία της μνήμης και η μνήμη των ανθρώπων δεν είναι επιτραπέζιο παιχνίδι.
**Ρώτησα επανειλημμένως αυτούς τους δυο-τρεις ανθρώπους να μου πουν ποιο ήταν αυτό το όνομα και κάθε φορά μου έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Αρχίζω να πιστεύω πως οι ψευδομάρτυρες έχουν γίνει χειρότεροι και από τους ψευδοπροφήτες.
Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
Ωραίος καφές
Το φθινόπωρο του 1998 ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με εξωγήινο πολιτισμό. Ήρθαν μόνοι τους οι εξωγήινοι. Απρόσκλητοι. Ήρθαν και με επισκέφτηκαν στο φοιτητικό μου σπίτι. Πως ήμουν κάποτε φοιτητής πάει πια. Το ξέχασα. Το σπίτι στα Εξάρχεια όμως το θυμάμαι μια χαρά. Φοιτητικό σπίτι με τα όλα του. Η αδερφή μου έλειπε, όταν εκείνοι ήρθαν. Ευτυχώς δηλαδή. Εγώ όμως ήμουν εκεί. Για άλλη μια φορά, λάθος στιγμή σε λάθος τόπο. Τους καλωσόρισα. Πως ήταν εξωγήινοι δεν στάθηκε αρκετό την καλή μου ανατροφή να λησμονήσω. Τους έφτιαξα καφέ και καθίσαμε να τα πούμε. Μου ζήτησαν να σβήσω τα φώτα για να ακουγόμαστε καλύτερα. Πώς το ήξεραν πως τα πάω καλύτερα στο σκοτάδι; Δεν χρειάστηκε να μου το φανερώσουν πως με μελετούσαν καιρό πριν με επισκεφτούν. Το κατάλαβα. Τίποτα πια δεν είχαν να μάθουν από εμένα. Τα ήξεραν όλα ήδη. Ήταν πλάσματα αδιευκρίνιστου φύλου, ηλικίας, καταγωγής και πεποιθήσεων. Έμοιαζαν περισσότερο με σκεύη οικιακής χρήσης, παρά με έμβια όντα. Για να πω την αλήθεια, δεν μου φάνηκαν και ιδιαίτερα έξυπνοι. Είκοσι επτά φορές τους ρώτησα σχετικά με τον σκοπό της επίσκεψής τους και κάθε φορά μού έδιναν και μια διαφορετική απάντηση. Πριν αναχωρήσουν, έβγαλαν και ακούμπησαν πλάι στα φλιτζάνια ένα ασημένιο κουτάκι και μου ζήτησαν να τους το φυλάξω μέχρι να ξαναπεράσουν. Και μετά σηκώθηκαν να φύγουν. Έτσι απλά. «Ωραίος καφές», μου είπε ο ένας βγαίνοντας από το σπίτι και τον χωροχρόνο μου. Ύστερα από λίγο επέστρεψε και η αδερφή μου. «Πού ήσουν;» τη ρώτησα. Είχε πάει σινεμά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)