Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

βασανιστήρια. γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την επιστροφή σε εμβρυϊκή εξαρτημένη σχέση με τον Φύλακα. στο (…) δεν προτιμώνται τα κλασικά βασανιστήρια, γιατί αφήνουν αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ η «αισθητηριακή απομόνωση», δηλαδή κατάργηση της όρασης με δεμένα μάτια, έμβολα στα αυτιά για κατάργηση της ακοής, μάσκα στην μύτη και το στόμα, ώστε να καταργείται η όσφρηση, δεμένα χέρια και πόδια για περιορισμό της κίνησης, όλα αυτά οδηγούν το άτομο στην απομόνωση από τον περιβάλλοντα χώρο και την

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

έτσι μου μίλησε ο…

Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Όλοι σας ξέρετε τι ακολούθησε μετά, όπως και το τι είχε όλων αυτών προηγηθεί όλοι πολύ καλά γνωρίζατε. Μόνο που κανείς από σας δε φρόντισε να μου το πει εγκαίρως και έτσι με αφήνατε τόσο καιρό να γράφω τα δικά μου.
Τι απέγινε, όμως, ο ήρωας αυτής της ιστορίας, ύστερα από την πτώση των τειχών, κανένας σας ποτέ δεν νοιάστηκε να μάθει. Όσο καιρό βρισκόταν φυλακισμένος εκεί μέσα, όλοι σας είχατε κάπως βολευτεί. Τον βλέπατε να προσπαθεί να δραπετεύσει, ακούγατε τα βήματά του να αναζητούν την έξοδο και λέγατε «εντάξει, καλά είμαστε εμείς εδώ, ελεύθεροι, ειρηνικοί και έντιμοι».
Και όταν μετά τον ξαναείδατε να προχωρά, με ένα μόνο παπούτσι, μέσα από τα καπνισμένα ερείπια του τείχους της ντροπής σας, τρομάξατε και αφού πετάξατε από πάνω σας όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία, τρέξατε τότε όλοι σας μέσα στο πλήθος να κρυφτείτε.
Μάταια υπήρξε η προσπάθεια -πώς θα μπορούσε, άλλωστε, το πλήθος μέσα στο πλήθος να κρυφτεί;- είχα αρχίσει ήδη, φαίνεται, τα κόλπα σας σιγά-σιγά να τα μαθαίνω και γρήγορα ξανά σας ανακάλυψα.

Τη μέρα εκείνη με ξύπνησαν τα κύματα.
Αφού περπάτησα αρκετά, μέσα στο δάσος και τη νύχτα, ακολουθώντας στα τυφλά τον ήχο του σπαράγματός τους, κατάφερα να διανύσω την απόσταση που χώριζε τα ερείπια της Βαστίλης μου από την παραλία.
Στο δρόμο δε συνάντησα ψυχή, παρά μονάχα τα αχνίζοντα κουφάρια κάποιων δεσμοφυλάκων και δυο ξεκοιλιασμένους ηλεκτρόλυκους, που είχαν απομείνει να ουρλιάζουν ακίνδυνοι και αδέσποτοι στην ερημιά.
Μάζεψα από κάτω μια πέτρα ξεροκέφαλη, και τσάκισα με αυτή τις αλυσίδες μου, μα δεν κατάφερα να τις ξεφορτωθώ τελείως και έτσι με αυτές να κρέμονται πεισματικά από τους σκουριασμένους μου καρπούς, συνέχισα να προχωράω προς τη θάλασσα.
Θα είχα φτάσει ήδη στου δρόμου τα μισά και τότε ξαφνικά, μέσα από τα αποκαΐδια του χαμού, που είχα πίσω μου αφήσει, ξεπήδησε μια τελευταία έκρηξη. Γύρισα αυθόρμητα και κοίταξα της έκρηξης τη λάμψη, που φώτιζε ξεδιάντροπα το ουράνιο στερέωμα και την επόμενη ακριβώς στιγμή αισθάνθηκα το ωστικό της κύμα να με πετάει στο χώμα. Από εκεί κάτω θαύμασα τους φλογισμένες πέτρες των τειχών μες στο σκοτάδι να διαγράφουν μαγικές τροχιές και σκέπασα το πρόσωπό μου με τα χέρια, δήθεν για να κρυφτώ από τους μετεωρίτες του ιδρύματος.
Όταν κόπασε πια η πύρινη εκείνη καταιγίδα, σηκώθηκα και κοίταξα για άλλη μία, τελευταία, φορά προς την παλιά μου φυλακή, μα η πεφωτισμένη σκόνη της δεν άφηνε στην όρασή μου μεγάλα περιθώρια. Δεν αισθανόμουν λύπη, δεν ένιωθα χαρά, μονάχα έστεκα εκεί χωρίς αισθήσεις και αισθήματα και κοίταζα απλά χωρίς να βλέπω. Και τότε ήταν που ήρθε από το πουθενά μια σκέψη απρόσκλητη για να με συνεφέρει - που είναι οι σημειώσεις μου;
Ήμουν στ’ αλήθεια σίγουρος πως τις είχα όλες τους φυλάξει διπλωμένες, βαθιά μέσα στις τσέπες τις στολής μου, μα τότε έκπληκτος πρόσεξα, για πρώτη μου φορά, πως δεν υπήρχαν τσέπες στα ρούχα του κρατούμενου. Προσπάθησα όσο μπορούσα να ηρεμήσω και να συγκεντρωθώ, μήπως και έτσι θυμηθώ καλύτερα, ανακαλώντας στην καπνισμένη μνήμη μου όλες τις τελευταίες φυλακισμένες μου κινήσεις. Θυμήθηκα τα πάντα, άλλα και αυτό ακόμα ελάχιστα με βοήθησε. Εκτός από μονάχα τρεις-τέσσερις σελίδες, με τις οποίες είχα τα χέρια μου τυλίξει για να πληγώνονται από τις αλυσίδες όσο το δυνατό λιγότερο, όλες οι άλλες είχαν πια χαθεί.
Αν και η προσπάθεια μου δεν είχε αποτελέσματα, μου ενέπνευσε, ωστόσο, ελπίδα και προοπτική. Αφού γινόταν να θυμάμαι τόσο καθαρά όλα αυτά που μου είχαν συμβεί, σίγουρα θα μπορούσα και να τα κατεβάσω, αργά ή γρήγορα, από το μυαλό μου πίσω και πάλι στο χαρτί. Έτσι, η έντονη επιθυμία να επιστρέψω το συντομότερο και πάλι στο γραφείο μου και να βουτήξω εκεί ξανά μέσα στις λέξεις με έκανε να στρέψω οριστικά την πλάτη στο κακό και να επιταχύνω τη φυγή μου προς την τελευταία έξοδο.
Και ενώ πια έτρεχα ανάμεσα στα δέντρα, μαντεύοντας το μονοπάτι μου, ένιωσα δίπλα μου μια δεύτερη ροή να κατεβαίνει σχεδόν παράλληλα με εμένα. Χωρίς να ελαττώσω της απόδρασής μου το ρυθμό, γύρισα λίγο το κεφάλι μου και είδα πλάι μου ένα μικρό ποτάμι. Σκέφτηκα πως είχα σίγουρα διαλέξει τη σωστή κατεύθυνση, αφού τόσο εγώ όσο και το νερό είχαμε τον ίδιο ακριβώς προορισμό και έτσι συνέχισα να κυλάω παρέα με το ποτάμι, αναζητώντας τις κοινές μας εκβολές. Μόνο που -σε αντίθεση με εμένα- όσο κατέβαινε εκείνο, τόσο δυνάμωνε η ορμή του και τόσο η επιφάνειά του πλάταινε. Και κάποια, μάλιστα, στιγμή μου φάνηκε πως ήταν πια αδύνατο, μέσα στο νυχτωμένο δάσος, να διακρίνω την άλλη του όχθη απέναντι. Λες και σκοπός του ποταμιού δεν ήταν να φτάσει να χυθεί κάποτε μες στη θάλασσα, μα να προλάβει πριν τη θάλασσα να γίνει θάλασσα το ίδιο.
Και τότε το άκουσα να μου μιλά, να μου ζητά βοήθεια.
Σταμάτησα και με ότι είχε περισσέψει από το φως του φεγγαριού κατάφερα να ξεχωρίσω εκεί, καταμεσής του ποταμοπελάγους, το πιο αλλόκοτο θέαμα που θα μπορούσε το νησί ως τελευταίο του αποχαιρετισμό να μου επιφυλάξει. Είδα ενα κοπάδι από γουρούνια να παλεύουν να επιπλεύσουν πάνω στα ορμητικά του κύματα, ενώ τα περισσότερα έμοιαζαν να έχουν πια παραδοθεί μες στην υδάτινη μανία του και να βουλιάζουν μες σε εκείνη την κτηνώδους μοίρας ξέφρενη περιδίνηση. Μα ακόμα πιο φρικιαστικές, από αυτήν την απερίγραπτη εφιαλτική εικόνα ήταν οι εκείνες των ζώων οι κραυγές που, όσο και αν αρνούμουν εκείνη τη στιγμή να το παραδεχτώ, πεισματικά μετέωρος στην άκρη του γκρεμού της λογικής μου, δε έμοιαζαν των απελπισμένων ανθρώπων τις φωνές, αλλά και περιείχαν μέσα τους σωστές και ακέραιες ανθρώπινες κουβέντες.
Προσπάθησα να βγάλω κάποιο νόημα, αλλά παρασυρμένος από το νόημα που κατά βάθος θα ήθελα εγώ στα λόγια αυτά να δώσω, έμεινα δυστυχώς με την εντύπωση και άφησα την ουσία να χαθεί μαζί τους στο βάθος του νεκροφόρου ορίζοντα.
Μετά από αυτό και μέχρι να φτάσω επιτέλους στην ακτή, τίποτα άλλο δεν ήρθε για να διακόψει την διψασμένη από φυγή πορεία μου. Μα όταν συνάντησα στο τέλος του μονοπατιού τη θάλασσα, δε μου είχε περισσέψει αντοχή για να αρχίσω αμέσως να αναζητώ μέσο για να αποπλεύσω και έτσι σωριάστηκα ανάσκελα κάτω στην αμμουδιά και μέχρι να αποκοιμηθώ, έμεινα μόνο να κοιτάζω τον ουρανό από πάνω μου, που τώρα πια μόνο τετράγωνος δεν ήταν.

Την ίδια ώρα περίπου οι πιο πολλοί από εσάς είχατε ήδη επιστρέψει στα σπιτάκια σας. Βολέψατε στον πάτο της ντουλάπας σας τα σύνεργα της εκκωφαντικής σας επανάστασης, στριμώξατε στου συρταριού τα βάθη τις εναλλακτικές απόψεις σας και στηθήκατε γρήγορα ξανά μπροστά στους διάπλατους σας δέκτες, γιατί σας είχαν από πριν υποσχεθεί, ότι μετά την εκπομπή θα ακολουθούσε πλούσιο πρόγραμμα εορταστικό, που τόσο το είχατε ανάγκη.
Σας είπαν ψέματα - εσείς ήσασταν το πρόγραμμα, εσείς και η εκπομπή. Μόνο που όσα προλάβατε να εκπέμψετε, ύστερα τα ξεχάσατε και όσα είχατε για μετά προγραμματίσει, τα αναβάλατε και αυτά, γιατί ήταν δύσκολη, λέει, πολύ η εποχή και το ισοζύγιο ένστολων και ασυστόλων σπατάλες πιο πολλών δυνάμεων δε συγχωρούσε. Στο τέλος σας έμεινε ίσως η γιορτή – και σίγουρα η ανάγκη.

Όταν ξύπνησα, είχε ήδη μεσημεριάσει. Ο ήλιος, κάπου διακριτικά κρυμμένος πίσω από φορτωμένα σύννεφα, με είχε αφήσει να χορτάσω από ύπνο, που ούτε ένα όνειρο ελάχιστο δεν τόλμησε να έρθει να με ενοχλήσει.
Σηκώθηκα και περπάτησα κατά μήκος της -σαν ψέμα όμορφης- ακτής, μα η εξερεύνησή μου δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα. Το μόνο δείγμα κάποιου πολιτισμού –και αυτό της παρακμής- που μπόρεσα εκεί να συναντήσω, ήταν μια στοίβα στάχτες, που ανάμεσά τους μόλις που διακρίνονταν τα απομεινάρια ενός καρβουνιασμένου τετραδίου. Κάποιος είχε μέσα στη νύχτα, φαίνεται, βάλει φωτιά στις λέξεις για να ζεσταθεί.
Συνέχισα μέχρι τη δυτική της άκρια και αφού σκαρφάλωσα στα βράχια της, είδα στο πλάι μια δεύτερη ακτή πανομοιότυπη. Κατέβηκα ξανά και αφού διέσχισα την παραλία ανάποδα, δοκίμασα την τύχη μου στο ανατολικό της όριο, αλλά και πάλι δεν κατάφερα παρά να πέσω πάνω στο ίδιο -ειδυλλιακό αλλά και εφιαλτικό ταυτόχρονα- τοπίο.
Επέστρεψα στη θέση μου, ενώ η πείνα και η δίψα μου είχαν ήδη αρχίσει να εκτρέπουν την αναζήτησή μου σε άλλους στόχους ταπεινότερους. Ήθελα σαν τρελός να φύγω και ήδη βρισκόμουν εκεί, μπροστά στη θάλασσα, μα η θάλασσα από μόνη της σχεδόν ποτέ δε φτάνει.
Αργά το απόγευμα ο ουρανός, πιστός στις υποσχέσεις του, ξεκίνησε να βρέχει. Θυμήθηκα πως είχα δει κάποια σπηλιά κάπου ανάμεσα στα βράχια και έτρεξα να προφυλαχτώ. Κρύφτηκα μέσα της και από εκεί έμεινα να χαζεύω για λίγο τη βροχή και ύστερα ξάπλωσα και κοιμήθηκα ξανά, ελπίζοντας για άλλη μια φορά σε ακόμα μια απόδραση δια μέσω των ονείρων.

Δε θυμάμαι τι είδα, δε ξέρω στ’ αλήθεια αν πράγματι κάτι ονειρεύτηκα, όμως θα πρέπει να πέρασα ώρες πολλές στον ύπνο μου μάλλον παραμιλώντας, αφού, όταν στο τέλος ξύπνησα, ο αντίλαλος της φωνής μου ταξίδευε ακόμα ανάμεσα στων βράχων τα τοιχώματα. Και τότε, μέσα από τις δικές μου παλλόμενες φωνές, ξεχώρισα μια άλλη φωνή, πιο σταθερή να έρχεται από την είσοδο, «είναι κανείς εδώ;»
Σηκώθηκα και ψηλαφώντας το σκοτάδι της σπηλιάς κινήθηκα προς την έξοδο, αψηφώντας την ίδια τη μυστική μα επίμονη ανησυχία μου, πως ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Η απάντησή μου και ίσως ακόμα πιο πολύ η όψη μου τρόμαξαν και αιφνιδίασαν τους δύο επισκέπτες. Αυτοί το έβαλαν στα πόδια πανικόβλητοι, άλλα εγώ τους ακολούθησα, μέχρι που είδα να επιστρέφουν στην ομάδα τους, από όπου είχαν προφανώς αποσπαστεί για να με αναζητήσουν.
Τους άκουσα να μεταδίδουν το φόβο στους συντρόφους τους και ύστερα τρέμοντας όλους να στριμώχνονται πίσω από την πλάτη του αρχηγού τους.
Εκείνος δεν έμοιαζε καθόλου να φοβάται. Δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχα στη ζωή μου δει. Πάνω του δεν υπήρχε τίποτα από όσα είχα στον κόσμο συναντήσει.
Τον είδα να απλώνει τη σκιά του πάνω στο νησί και να με πλησιάζει.
Και ύστερα με ρώτησε…
«Ποιο είναι το όνομά σου;»

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

ο πλούτος των εθνών μου

Είμαι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες του πολέμου των Εσωτερικών Ινδιών. Στα έξι περίπου χρόνια των επιχειρήσεων υπηρέτησα, ως έφεδρος απολυμαντής, κυρίως στο ανατολικό μέτωπο. Και βέβαια δεν εγκατέλειψα τη θέση μου παρά μονάχα για ένα μικρό διάστημα, κατά το τελευταίο καλοκαίρι της σφαγής, οπότε και αποσπάστηκα, για λόγους μάλλον προφανείς, στο γενικό στρατοδικείο της τετραρχικής διοίκησης.
Εκεί, μετά από μία σύντομη εκπαίδευση από ειδικούς επί του θέματος κατηχητές, που μάλλον δεν κατόρθωσαν να βρουν κάτι καινούριο να μου μάθουν, άσκησα τα καθήκοντα του ανακριτή και εξομολογητή για μόλις δεκαεννιά νύχτες. Δε ξέρω αν έφταιγαν οι ανάγκες στα ανατολικά ή ο πάντα υπερβάλλον ζήλος μου, που εξέθεσε για ακόμα μια φορά τους ανωτέρους μου, σύντομα πάντως με έστειλαν πίσω ξανά στα χαρακώματα παρέα με ένα σφηγκοκοπάδι αναμνήσεων, που σφύριζαν αμέριμνα εμβατήρια πίσω από τις κόρες των ματιών μου.

Στο έβδομο υπόγειο των διαβόητων κρατητηρίων της Νήσου Τρομελίν υπήρχε μία αίθουσα, που δεν ήταν ακριβώς η κόλαση, αλλά που κάποιοι είχαν στ’ αλήθεια φροντίσει αρκετά, ώστε να τη θυμίζει. Αν και η ταπεινή μου διαβάθμιση δε μου επέτρεπε την είσοδο στο συγκεκριμένο αυτόν τομέα, μια μέρα και ενώ αναζητούσα καθαρό νερό για να ξεπλύνω τα χέρια μου καλά, ύστερα από κάποια επιχείρηση, άθελά μου σχεδόν πέρασα το κατώφλι του.
Έμοιαζε κάπως με μια τεράστια αίθουσα χορού, χωρίς όμως τους χορευτές, που μάλλον, σκέφτηκα, θα βρίσκονταν θαμμένοι ζωντανοί κάτω από τα λεία σανίδια του δαπέδου της. Μου ήταν αλλιώς αδύνατο να βρω καλύτερη εξήγηση για όλες εκείνες τις πνιχτές αόρατες κραυγές, που είχαν ολόκληρο το χώρο πλημμυρίσει.
Κινήθηκα προσεκτικά και αθόρυβα στην αίθουσα και έφτασα στο κέντρο, εκεί, όπου τριγύρω από ένα στρόγγυλο παράταιρο τραπέζι μια ομάδα συμπολεμιστών, μέσα από τα ακουστικά και τις οθόνες τους, επιτηρούσαν και κατέγραφαν.
Δε με άκουσαν να πλησιάζω, έτσι όπως ήταν στην τέχνη τους δοσμένοι και μάλλον τρόμαξαν, όταν με είδαν ξαφνικά να στέκω πάνω από τα κεφάλια τους. Με ρώτησαν τι δουλειά είχα εγώ εκεί και ποιος με άφησε να μπω και φυσικά σε ποια ομάδα αίματος ανήκω. Τους είπα αυθόρμητα μια αλήθεια και δυο ψέματα και εκείνοι τότε με άφησαν να παρακολουθήσω τη δουλειά τους. Μάλιστα, ο νεότερος της ομάδας φάνηκε πρόθυμος πολύ να μου εξηγήσει τι ακριβώς συνέβαινε στο έβδομο υπόγειο και να μου λύσει τις όποιες ενδεχόμενές μου απορίες.
Μου πρόσφερε τα ακουστικά του και δείχνοντας μου με καμάρι την οθόνη του μου αποκάλυψε περήφανα το πρόσωπο της φρίκης. Προσπάθησα πολύ να καταλάβω τι ήταν αυτό που έβλεπα και άκουγα, αλλά ακόμα και το δικό μου, το τόσο εγκληματικά ευφάνταστο μυαλό, χωρίς βοήθεια δε θα μπορούσε να καταδυθεί ποτέ σε τέτοιο βάθος παράνοιας και τρόμου.
Ο πρώην άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου –κάποιος δικός μας λιποτάκτης προφανώς ή αιχμάλωτος των άλλων- μιλούσε σε κάποια άγνωστη και σκοτεινή διάλεκτο και έλεγε κάποια λόγια, που ίσως μονάχα στον κόσμο των νεκρών να έβρισκαν κάποιο νόημα, ενώ συνόδευε τις αναρχοφωνές του με έναν ασπόνδυλο δαιμονικό χορό, καθώς κινούνταν διαρκώς και ακατάληπτα μέσα σε ολόκληρο το εύρος της εικόνας.
Έμεινα να τον παρατηρώ για όση ώρα η ανοχή των αισθήσεών μου το επέτρεπε και όταν τελικά απέστρεψα την προσοχή μου ζαλισμένος, είδα τότε στα πρόσωπα των συναδέλφων μου την γνώριμη ανθρωποφάγα όρεξη των παλαιών να προκαλέσουν τον πρωτάρη. Τι είναι αυτό, τους ρώτησα, χωρίς καν να χρειαστεί το στόμα μου να ανοίξω.
«Αυτό είναι η κόλαση, κύριε απολυμαντή! Δεν έχετε ποτέ ακούσει να μιλούν για αυτήν;» Να μιλούν οι άλλοι, ναι, πολλές φορές - μα εδώ μιλάει από μόνη της η κόλαση. Τι είναι αυτό; «Αυτό είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ανθρώπινης διάνοιας. Η κορωνίδα της δημιουργίας. Η αποθέωση των δυνάμεων του σύμπαντος και ταυτόχρονα η ίδια η κατάλυσή τους».

Είχα ακούσει, πολύ πριν καταταχτώ, πως οι τετραρχικές δυνάμεις ασφαλείας είχαν αρχίσει πειραματικά να κάνουν χρήση νέων ερευνητικών μεθόδων, κατά τις οποίες οι ύποπτοι εμβολιάζονταν με την ψευδαίσθηση ενός πολύ αληθοφανούς θανάτου, προκειμένου να είναι πιο φιλικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια της κατήχησής μου στη σχολή είχα την ευκαιρία –τολμώ να πω και την τιμή- να συμμετάσχω και ο ίδιος σε παρόμοια περιστατικά εικονικών εκτελέσεων, που περιλάμβαναν από άνυδρους πνιγμούς έως και λιθοβολισμούς με πέτρες ολογράμματα. Είχα τολμήσει, μάλιστα, να αμφισβητήσω εγγράφως την αποτελεσματικότητα αυτών των πειραμάτων σε έκθεση προς τον προϊστάμενό μου, ο οποίος μου υποσχέθηκε να μελετήσει επισταμένως τις προτάσεις μου.
Δυστυχώς δεν πρόλαβε να τηρήσει αυτήν του την υπόσχεση, αφού μια έρευνα του γραφείου πολύ εσωτερικών υποθέσεων της Νήσου ενέταξε σύντομα και τον ίδιο στην αποικία των υπόπτων.

«Ο εικονικός θάνατος από μόνος του δεν αρκεί. Αυτό που είδατε και ακούσατε είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μέθοδο ανάκρισης. Ονομάζεται Σεόλ και θα μπορούσαμε να πούμε πως αποτελεί ένα είδος εικονικής κολάσεως. Οι ύποπτοι, μετά τον ψευτοθάνατό τους –εν προκειμένου συνήθως προτιμούμε μια σχετικά ανώδυνη εκτέλεση- τοποθετούνται μέσα σε ειδικά διαμορφωμένα κλουβιά, κατασκευασμένα αποκλειστικά από καθρέφτες. Εκεί δε μπορούν παρά να έρθουν αντιμέτωποι με τον ίδιο τους τον εαυτό, την ύπαρξή τους -ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή- πολλαπλασιαζόμενη εις το διηνεκές μέσω των πολλαπλών ειδώλων. Κανένα άλλο πρόσωπο δεν μπορούν να δουν και κανένα άλλο βλέμμα δεν είναι δυνατόν να τους κοιτάξει. Στο μεταξύ, οι αντιδράσεις τους καταγράφονται από ειδικά τοποθετημένες κρυφές κάμερες και μικρόφωνα και μεταφέρονται σε αυτήν εδώ την αίθουσα, όπου εμείς τις αποκωδικοποιούμε και τις αναλύουμε».
Ο ξεναγός μου στον τεχνητό Άδη θεώρησε μάλλον ότι μου είχε δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που ζητούσα, μα εγώ ήθελα να μάθω κάτι ακόμα. Πόσο διαρκεί αυτό το μαρτύριο;
«Στην πραγματικότητα μερικές ώρες, ώσπου οι βιολογικές ανάγκες του υπόπτου να του προδώσουν αργά ή γρήγορα το τέχνασμα. Μέσα στο μυαλό του όμως, έτσι όπως του έχει χειρουργικά αφαιρεθεί η αίσθηση του χρόνου και όπως έχει δια του εικονοθανάτου του πειστεί για τα καλά πως έχει ήδη στην άλλη πλευρά περάσει, θα λέγαμε ότι μάλλον κρατάει λίγο παραπάνω.»
Όλοι οι παριστάμενοι που κάθονταν γύρω από εκείνο το τραπέζι ξέσπασαν ξαφνικά στα γέλια, εκτός από εμένα, που αν και η υποψία της απάντησης είχε αρχίσει ήδη να μου ροκανίζει το στομάχι, επέμεινα.
Δηλαδή; «Δηλαδή, κύριε απολυμαντή, για πάντα!»

Έξι χρόνια μετά και άγνωστο πόσους μήνες, αιχμάλωτος μιας φάρσας που είχα στήσει μόνος μου, αναρωτιόμουν πως θα αντιδρούσαν άραγε όλοι εκείνοι οι παλιοί συνάδελφοι, αν με έβλεπαν εκείνη τη στιγμή να ψηλαφώ τους τοίχους και το κρεβάτι του κελιού μου ψάχνοντας μήπως στην τύχη βρω κρυμμένα εξαρτήματα καταγραφής των αντιδράσεων μου. Είχα αρχίσει να πιστεύω πως ίσως όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο τελικά πέρα από μια παρόμοια φριχτή ανθρωποπαγίδα, που μέσα της είχα εγκλωβιστεί, χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ, παρασυρμένος από μια πρόταση κάποιου κυρίου Κάπα και από την αυτοκαταστροφική μανία μου να αναζητώ διαρκώς αλλιώτικες καινούριες εμπειρίες. Και κάπως έτσι ίσως να βρέθηκα εγώ να αποτελώ το αντικείμενο της παρατήρησης και της μελέτης κάποιων αγνώστων άλλων. Μπορεί εγώ να γνώριζα πως ήμουν ακόμα ζωντανός, όμως δεν ήξερα για πόσο καιρό ακόμα αυτό θα με βοηθάει να κρίνω τις συνθήκες, να αναλύω την κατάσταση και να αντιδρώ ανθρώπινα απέναντι σε αυτήν την αρχιτεκτονική, αλλά και νομική ταυτόχρονα, παράνοια που με είχε περιβάλει.
Από ποιους, όμως, προς εξυπηρέτηση τι είδους σκοτεινών σκοπών - και τέλος το σημαντικότερο, γιατί, άραγε, επέλεξαν εμένα;
Φυσικά δεν είχα πιστέψει ούτε μια λέξη από όλα εκείνα που ο διευθυντής της φυλακής προσπάθησε, με τόσο γελοίο τρόπο, να μου φυτέψει μες στη μνήμη μου. Δεν είχα διαπράξει κανένα έγκλημα, που να επισύρει μια τέτοιου είδους εξωφρενική ποινή. Δεν είχα καταδικαστεί ποτέ και κανένα -σε αυτόν, τουλάχιστον, τον κόσμο- δικαστήριο δε μου επέβαλε ποτέ ούτε καν πρόστιμο χρηματικό για κάποιο λάθος, που να είχα, έστω και από αμέλειά μου, κάνει. Και τελικά, τέτοια ολέθρια και ολοκληρωτική ποινή, σε ολόκληρο το νομικό και υπονομικό μας σύστημα, από όσο μπορούσα έστω να γνωρίζω ή να φαντάζομαι, δεν είχε υπάρξει ακόμα. Άρα, αφού δεν υπήρχε ποινή, δεν μπορούσε να υπάρξει ούτε και φυλακή.
Μα τότε, εάν δεν ήταν φυλακή αυτή η κυκλώπεια κατασκευή, που έμοιαζε να έχει ανεγερθεί με κέντρο βάρους της εμένα, τότε τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Και κυρίως, πως γινόταν να έχω βρεθεί εκεί, χωρίς να το θυμάμαι.
Η αλήθεια είναι πως ένα μικρό κενό έχασκε κάπου χαμηλά στο μαυροπίνακα των αναμνήσεών μου. Μπορούσα πολύ καλά να θυμηθώ τον κύριο Κάπα στο γραφείο μου, την κουκίδα στο αρχιπέλαγος του χάρτη, το αποχαιρετιστήριό μας δείπνο, το ψέμα μου, το δάκρυ της και ύστερα το πλοίο, τη ναυτία, τους κέδρους στην ακτή, τα τείχη και τα εξωτερικά φυλάκια, την ψεύτικη διαπίστευση, την παράδοση των ηλεκτρονικών παραρτημάτων μου. Θυμόμουν ακόμα, αν και κάπως πιο θολά, κάποιες ιατρικές εξετάσεις και κάποια ψεύτικα χαμόγελα και παραδόξως έπειτα από αυτά το πρώτο ξύπνημά μου ανάσκελα πάνω σε ένα τετράγωνο κρεβάτι και κάτω από ένα επίσης τετράγωνο παράθυρο. Κάπου είχε μάλλον χαθεί μια μικρή μα κρίσιμη λεπτομέρεια.
Μες στον κυβόλιθο αυτόν που απουσίαζε από της μνήμης μου τον τοίχο θα μπορούσε να είχαν στο μεταξύ συμβεί τα πάντα ή έστω κάτι ελάχιστο που ίσως να έλυνε με κάποιο τρόπο το μυστήριο. Ίσως της φυλακής οι ιατρονόμοι να με είχαν ύπουλα ναρκώσει και στη συνέχεια οι σκοτεινοί μου απαγωγείς να με μετέφεραν σε κάποιο άλλο έδαφος της Νέας Γεωγραφίας, μπορεί σε έναν άλλον εκτός συστήματος πλανήτη ή ακόμα πιο βαθιά στις αποθήκες του μανδύα ή μέσα στου φλοιού αυτής της Γης τα κάτεργα.
Πάντως στη μικρή νησιώτικη σωφρονιστική αποικία της επιλογής μου δε θα μπορούσα πια να βρίσκομαι, αν και κάθε φορά που τρύπωνε εκείνη η τετραγωνισμένη παραθαλάσσια υποαίσθηση μέσα από τον επουράνιο φεγγίτη μου, με έκανε ακόμα και για αυτό να αμφιβάλλω.
Από το παράθυρο στην οροφή του κύβου μου, εκτός από αυτήν την –ίσως όχι και τόσο μακρινή- θαλασσινή ιδέα, ερχότανε στα αυτιά μου κατά διαστήματα και μια μεταλλική παράταιρη συγχορδία, φτιαγμένη λες από άγνωστα εργαλεία και υλικά που, όσο περνούσαν οι νύχτες και οι μέρες, τόσο έμοιαζε και αυτή να απομακρύνεται. Και υπήρξαν αρκετές φορές που τόλμησα να φανταστώ πως έχω μυστικά μεταφερθεί στο κέντρο ενός απέραντου δαιμονικού εργοταξίου, που μέρα-νύχτα ύψωνε διαρκώς νέα παράλληλα τετράγωνα τειχών, καθιστώντας έτσι ολοένα και λιγότερο ανθρωπίνως δυνατό το όραμα της δίκαιας απόδρασής μου. Λες και είχε στηθεί τριγύρω μου ένας παμφάγος σατανικός μηχανισμός με απώτερο σκοπό, όχι απλώς τον εις το διηνεκές παράλογο εγκιβωτισμό μου, αλλά και την βαθμιαία εξαφάνιση ολόκληρου του έξω κόσμου.
Πως ήταν, όμως, δυνατό, ολόκληρο αυτό το υπερσωφρονιστικό θηρίο να σχεδιάστηκε, έτσι απλά, για να φιλοξενήσει μέσα του έναν και μόνο τρόφιμο; Πως γίνεται, άραγε, τόσες δυνάμεις, τόσοι άνθρωποι, τόσα μυστικά να έχουν, έτσι εύκολα, τεθεί στην υπηρεσία του ενός μοναχικού φυλακισμένου φαραώ; Και τέλος πως θα μπορούσα να πιστέψω πως όλα αυτά τα κωδικά χτυπήματα, που αναπαρήγαγαν πίσω από τον τοίχο μου μελλοντικά δικά μου αποσπάσματα, δεν προέρχονταν παρά από κάποιο μυστηριώδη και αόρατο συγκρατούμενο;

Ύστερα από την ανακωχή των ύποπτων Διδύμων, ο πρόεδρος Μπιουκάναν εξέδωσε διάταγμα, με το οποίο μεταξύ άλλων απαγόρευε στο εξής την εφαρμογή μεθόδων απόσπασης πληροφοριών που βασίζονταν σε τεχνικές εικονικών θανάτων. Δε ξέρω ποια υπήρξε μετά από αυτό η τύχη του Σεόλ και ούτε αν τελικά υπάρχει στ’ αλήθεια τέτοια κόλαση που να θυμίζει εκείνη την εικονική, που κάποτε επινόησαν κάποια από σκοταδοτραφή μυαλά της Τετραρχίας.
Εκείνη τη στιγμή πάντως εγώ, από τα βάθη της νεκρής μου θάλασσας, από την κοιλιά της πέτρινής μου σαρκοφάγου, ελεύθερος πια από κανόνες και εντολές, μπορούσα να φαντάζομαι πως, όταν άναψαν ξανά τα φώτα στον πλανήτη, οι εμπόλεμοι πετάξαν τις στολές και έτσι μοιραία πολλαπλασιάστηκαν πάνω στη γη οι πληθυσμοί των πάντα ανυποψίαστων υπόπτων, στη θέση του εικονικού θανάτου άρχισαν, λέει, να εφαρμόζονται πειράματα εικονικής ζωής. Και τώρα πια όλοι, ακόμα και οι εφευρέτες του κακού και οι δήμιοι, μοιάζει να έχουμε για τα καλά ξεγελαστεί. Και τώρα όλοι μας νομίζουμε πως ζούμε.