Τον πατέρα του πατέρα μου, από τον οποίο πήρα και το
όνομά μου, τον θυμάμαι ελάχιστα. Πέθανε όταν ήμουν 8 ετών και οι περισσότερες
αναμνήσεις που έχω από αυτόν είναι μάλλον προϊόντα των αφηγήσεων των άλλων. Μες
στο μυαλό μου τον έχω κάπως σαν έναν μεθυσμένο γίγαντα που γελούσε δυνατά και
μιλούσε με βρισιές ακόμα και στις πιο τρυφερές στιγμές του. Εμένα μάλλον μου
είχε αδυναμία -ήμουν και ο πρώτος εγγονός του, άλλωστε- αλλά δεν παρέλειπε να
μου βάζει τις φωνές κάθε φορά που σάλιωνα το δάχτυλο για να μαζέψω το σουσάμι
από τις λαμαρίνες με τα κουλούρια στον φούρνο που είχε στο χωριό, κάτω από το
σπίτι του. Μια μέρα που είχαμε πάει με τους γονείς μου να τον επισκεφτούμε με
φώναξε μέσα σε μια σκοτεινή αποθήκη για να δείξει κάτι. Είχε πιάσει μια
νυχτερίδα και την κρατούσε από τα φτερά, ενώ αυτή τσίριζε και πάλευε να
ελευθερωθεί. Δεν ξέρω αν το έκανε για να με τρομάξει ή για να με μυήσει σε έναν
άλλο κόσμο πιο σκιερό και πιο αθέατο. Το σίγουρο είναι ότι κάπως έτσι κατάφερε να
ταυτιστεί για πάντα μες στο μυαλό μου με αυτήν την αποτρόπαιη και σαγηνευτική εικόνα.
Λίγους μήνες μετά, ένα πρωί, με ξύπνησε ο πατέρας μου δακρυσμένος για να μου
πει ότι ο παππούς έφυγε. Να πω την αλήθεια, δεν θυμάμαι να θρήνησα. Χρόνια
μετά, έμαθα από έναν θείο μου ότι το τελευταίο βράδυ του στο νοσοκομείο ζητούσε
μέσα στο παραλήρημά του από τη γιαγιά Μαρία να κάνουνε για τελευταία φορά
έρωτα. Για κάποιον λόγο ακόμα τον φαντάζομαι να ξεψυχάει ζωή βρίζοντας
και γελώντας δυνατά και να χάνεται μέσα σε ένα σμήνος νυχτερίδες.
Κυριακή 28 Απριλίου 2024
ο παππούς γιάννης
Κυριακή 14 Απριλίου 2024
Δευτέρα 1 Απριλίου 2024
1974-1978
Αν είχα τη δυνατότητα να πάω πίσω στον χρόνο, θα επέλεγα
χωρίς δισταγμό να επισκεφτώ την άνοιξη του 1974 και θα παρέμενα ως χρονοταξιδιώτης
περίπου μέχρι τον Αύγουστο του 1978. Αυτό σημαίνει ότι το ταξίδι μου θα
ξεκινούσε έναν χρόνο πριν τη γέννησή μου και θα ολοκληρωνόταν την περίοδο όπου
νομίζω πως η μνήμη μου άρχισε να καταγράφει επισήμως όλα όσα συνέβαιναν τριγύρω
μου. Αν είχα μία χρονομηχανή και ήξερα πώς να την κουμαντάρω, θα πήγαινα πίσω,
στο απώτερό μου παρελθόν και θα εξερευνούσα τα μυστήρια της ύπαρξής μου. Επίσης,
εάν υπέκυπτα στον πειρασμό και ερχόμουνα σε επαφή με τον μωρό εαυτό μου, θα του
εκμυστηρευόμουν πόσο ελάχιστα ξεχωριστός και πόσο εξωφρενικά συνηθισμένος
είναι, μπας και γινόταν στο δικό του μέλλον ένας πραγματικά ευτυχισμένος
άνθρωπος.
Κυριακή 17 Μαρτίου 2024
το μεγάλο χάσιμο
εκεί όπου κοιμάμαι
αρχίζω και
ονειρεύομαι χιλιόμετρα
πάντα σχεδόν
φρενάρω και ξυπνάω
καμιά φορά
εκεί μέσα στο όνειρο
ακούω μια μηχανική φωνή να λέει
στρίψτε εδώ
μείνετε στη δεξιά πλευρά του δρόμου
τρέξτε σαν να σας κυνηγάει ο διάολος
εγώ κάνω πως την ακούω
ενώ είμαι απασχολημένος
με το να μεταφράζω αυθαίρετα
τα φώτα που γλιστρούνε δίπλα μου
τα φώτα που χιμούνε καταπάνω μου
τα φώτα που παίζουνε στο βάθος
καμιά φορά
παίρνω στον ύπνο μου τους δρόμους
στα επόμενα πεντακόσια μέτρα
ελπίζω στο μεγάλο χάσιμο
Κυριακή 3 Μαρτίου 2024
πυρ
Αυτός κάθεται σε ένα παγκάκι και καπνίζει. Το τσιγάρο του
μοιάζει με μελλοθάνατου. Λες και κάπου απέναντί του έχει αράξει το εκτελεστικό
απόσπασμα και τον περιμένει να τελειώσει. Το τσιγάρο του κρατάει περίπου όσο
μια ζωή. Για την ακρίβεια σβήνει από μόνο του λιγάκι πριν το τέλος. Αυτός τώρα
κάθεται και το κοιτάζει απογοητευμένος. Θα ήθελε να ζητήσει ακόμα ένα, αλλά
αφενός η ζωή είναι ανεπανάληπτη αφετέρου από το απόσπασμα κανένας δεν καπνίζει.
Αυτοί –οι εκτελεστές- σηκώνονται και του λένε πως ήρθε η ώρα. Αυτός τους επισημαίνει
ότι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και ότι η όλη φάση ξεκίνησε από μια
μεταφορά στην αρχή αυτής της ιστορίας. Αυτοί δεν παίρνουν από λόγια, αν και
είναι κατασκευασμένοι από αυτά. Αυτός καταλαβαίνει ότι είναι μάταιο να
συνεχίζει να γκρινιάζει και αποδέχεται τη μοίρα του. Από το παγκάκι, πάντως,
δεν σηκώνεται. Αυτοί παίρνουν θέσεις απέναντί του, σημαδεύουνε, οπλίζουν,
γενικά κάνουνε τα δικά τους. Μοιάζει να ακολουθούν μια τελετουργία. Τώρα είναι αυτός
που σαν να βιάζεται. Είναι και αυτή η αναμονή που έχει αρχίσει να τον εκνευρίζει.
Φωνάζει πυρ και αμέσως του ξεφεύγει ένα γελάκι καθώς αντιλαμβάνεται την ειρωνεία
της κατάστασης. Οι σφαίρες τον γαζώνουν. Το γέλιο του αποτυπώνεται για πάντα επάνω
στο παγκάκι. Ένας από το απόσπασμα πλησιάζει, ρίχνει στο παγκάκι τη χαριστική
βολή και ύστερα προτείνει στους υπόλοιπους να πάνε για μια μπύρα.

