Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020
Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2020
πενθιμο μικρο
πεθανε η γιαγια ενος φιλου κ μετα την κηδεια μαζευτηκαν στο σπιτι οι πιο στενοι τους συγγενεις να τους συλλυπηθουνε. ηταν ολοι τους θλιμμενοι, μα οπως συμβαινει συχνα με τους ανθρωπους που φευγουνε σε αρκετα μεγαλη ηλικια, δεν ελειπαν τα αστεια, καθως θυμοντουσαν διαφορα απο οσα ειχε πει κ ειχε κανει η γιαγια. ο μονος που εμοιαζε ξενος με το ολο σκηνικο ηταν ο παππους, ο οποιος καθοταν σε μια γωνια κ παρακολουθουσε αμιλητος κ ανεκφραστος. μονο στον εγγονο του, στον φιλο που μου ειπε αυτην την ιστορια δηλαδη, μιλουσε κ καθε φορα που περνουσε απο μπροστα του, του επιανε το χερι κ του ελεγε: "εσενα, μετα σε θελω". καποια στιγμη εφτασε η ωρα του "μετα" κ το σπιτι αρχισε να αδειαζει απο τους συγγενεις κ εμεινε μονη η οικογενεια. ο εγγονος βιαζοτανε κ αυτος να φυγει, αλλα μολις τον ειδε ο παππους να βαζει το παλτο του, τον φωναξε κοντα του κ του ειπε: "πού πας; αφου σου ειπα. περιμενε να φυγουν ολοι." ο φιλος εβγαλε το παλτο κ καθισε διπλα στον παππου, περιμενοντας να φυγουν οι γονεις κ τα αδερφια του. μολις εμειναν μοναχοι, ο παππους τιναχτηκε ορθιος, κ αφου εβαλε το δικο του το παλτο, ειπε στον εγγονο του: "αντε, σηκω, παμε". "πού;" "θα δεις. θα σου πω στον δρομο."
μπηκανε στο αυτοκινητο κ κατευθυνθηκαν προς το κεντρο. στον δρομο ο παππους εδινε συνεχεια οδηγιες. οταν εφτασαν εξω απο ενα εμπορικο καταστημα, του ειπε "εδω ειμαστε" κ του ζητησε να παρκαρει καπου εκει κοντα κ να τον περιμενει. ο παππους βγηκε απο το αμαξι κ μπηκε μεσα στο μαγαζι. ο εγγονος κοιταξε τη βιτρινα. το μαγαζι πουλουσε εσωρουχα. λιγο μετα ο παππους βγηκε κρατωντας μια μεγαλη πλαστικη σακουλα. γυρισε στο αμαξι, κ παραμενοντας ακομα πεισματικα ανεκφραστος, ζητησε απο τον εγγονο του να τον παει ξανα στο σπιτι. στον δρομο της επιστροφης κανενας δεν εβγαλε κουβεντα. μονο, λιγο πριν φτασουν, ο φιλος δεν αντεξε, γυρισε κ τον ρωτησε: "τι πηγες κ ψωνισες, ρε παππου; γιατι ηταν τοσο επειγον;" "σλιπ", του απαντησε ο παππους, "η συγχωρεμενη μονο σωβρακα με αφηνε να φοραω." κατι χοντρες σταγονες αρχισαν να βαρανε πανω στο παρμπριζ. ο φιλος ανοιξε τους υαλοκαθαριστηρες. ο παππους εβγαλε τα γυαλια του κ τα σκουπισε πανω στη μαυρη του γραβατα
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020
ο συναδελφος
πολλα χρονια πριν. ταξιδευω νυχτα με το κτελ για την αθηνα. μισοκοιμαμαι. καποια στιγμη χτυπαει το τηλεφωνο μου. μεχρι να το βρω κ να απαντησω ο ηχος του εχει ξυπνησει αρκετους τριγυρω μου. μιλαω χαμηλοφωνα κ υστερα το κλεινω κ το βαζω στο αθορυβο. λιγο μετα νιωθω ενα σκουντηγμα στο ωμο. γυριζω, βλεπω εναν τυπο αγριεμενο πανω απο το κεφαλι μου. "τι εγινε;" τον ρωταω. "το κινητο σου", μου απαντα. "ναι, με συγχωρεις", του λεω, "το ειχα ξεχασει, αλλα τωρα το εχω στο αθορυβο." "οχι", μου λεει, "τελειως να το κλεισεις". "γιατι;" του λεω, "θα μπλοκαρει το κτελ κ δεν θα μπορει να επικοινωνησει με τον σταθμο στις τρεις γεφυρες για να ζητησει αδεια προσγειωσης;" "να το κλεισεις", επιμενει αυτος, "μου προκαλει προβληματα στην υγεια μου με την ακτινοβολια που εκπεμπει". μενω για λιγο σιωπηλος ισα για να βεβαιωθω οτι δεν κανει πλακα κ υστερα τον ρωταω αν αυτο το παθαινει απο ολα τα κινητα τηλεφωνα ή μονο απο το δικο μου. η ερωτηση τον εξοργιζει κ αρχιζει να φωναζει, ξυπνωντας πια το συνολο των συνεπιβατων, που προσπαθουν να καταλαβουν τι συμβαινει. ο μονος που φαινεται πως δεν χρειαζεται εξηγησεις ειναι ο οδηγος, ο οποιος σηκωνει τα ματια στον καθρεφτη κ υστερα με μια φωνη διεκπεραιωτικη λεει απο μικροφωνου: "κατσε, ρε συναδελφε, στη θεση σου. ηρεμησε. μην ενοχλεις τον κοσμο". ο "συναδελφος" επιστρεφει οντως στη θεση του μουρμουριζοντας ανακατα βρισιες κ ορους της φυσικοχημειας. καποιοι γελανε. ο διπλανος μου κουναει το κεφαλι του. σε δεκα λεπτα εχουν ολα ξεχαστει κ το κοιμισμενο κτελ συνεχιζει το ταξιδι του απροσκοπτα.
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020
ο ασθενης μηδεν
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020
δυο ασκησεις για το σπιτι
ο γειτονας μου ειχε φιλοξενησει το καλοκαιρι κατι φιλους του. μια μερα ακουσα απο διπλα εναν απο αυτους να τον ρωταει ποιος ειναι ο κωδικος για το ιντερνετ. μετα ακουσα τον γειτονα να του τον υπαγορευει φωναχτα κ αυθορμητα τελειως πηρα ενα στυλο κ τον σημειωσα στο βιβλιο που διαβαζα εκεινη την ωρα. σημερα, για καποιον λογο, απο το πρωι δεν εχω ιντερνετ. εκλεισα κ ανοιξα ξανα καμια εικοσαρια φορες το ρουτερ, πηρα τηλεφωνο στη γραμμη εξυπηρετησης της εταιρειας, ρωτησα κατι φιλους που ξερουν απο αυτα κ ολο με κοροϊδευουν πως ειμαι λεει τεχνολογικα αναλφαβητος.. ακρη δεν μπορεσα να βγαλω. τα παρατησα. αργα το απογευμα ακουσα τον γειτονα να φωναζει παλι κατι ακατανοητο κ θυμηθηκα πως ειχα σημειωμενο καπου τον κωδικο της δικης του συνδεσης. θυμηθηκα πως τον ειχα γραψει στις πρωτες σελιδες καποιου βιβλιου που τοτε διαβαζα, μα ποιο βιβλιο ηταν αυτο το ειχα πια ξεχασει. ετρεξα στη βιβλιοθηκη κ αρχισα να ψαχνω σε ολα οσα διαβασα τους τελευταιους μηνες. οταν τον βρηκα τελικα, χαρηκα λες κ ειχα ανακαλυψει καποιον χαμενο θησαυρο. γυρισα στον υπολογιστη κ αρχισα να τον πληκτρολογω στις συνδεσεις που εβλεπα να βρισκονται κοντα μου. με την τριτη το πετυχα. η ολη διαδικασια μου προκαλεσε εναν τρελο ενθουσιασμο, λες κ ειχα κανει τη χακερια του αιωνα κ οπου ναναι θα μου χτυπουσε την πορτα η διωξη ηλεκτρονικου εγκληματος. κριμα που δεν ηταν εδω οι φιλοι μου οι εξυπνακηδες να δουν ποιος ειναι ο τεχνολογικα αναλφαβητος. αφου βεβαιωθηκα οτι η προσβαση ειναι ανοιχτη κ τα σκυλια δεμενα, εφτιαξα καφε κ στρωθηκα να μελετησω τα νεα της ημερας. λιγο μετα ακουσα παλι τον γειτονα μου να φωναζει. δεν καταλαβαινα τι ελεγε, αλλα ενιωσα πως ηταν κατι σοβαρο, πως ειχε καποιο θεμα. ανοιξα το παραθυρο κ τον ειδα να στεκεται στην αυλη του ακινητος κ να κοιταει τον ουρανο. σηκωσα το κεφαλι μου κ εγω κ τοτε ειδα με τρομο πως ειμαστε ολομοναχοι σε ολοκληρο το συμπαν

