Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2019

δύο στην πόρτα

βγαίνω στην πόρτα να καπνίσω, από μπροστά μου περνάνε ομπρέλες και κουκούλες και κάτι φάτσες βροχερές και κάτι μάτια πολύ συννεφιασμένα, λίγο μετά περνάει και ένας τύπος ασκεπής, υπαίθριος, ακάλυπτος, προχωράει μέσα στη βροχή και γελάει μόνος του, σαν να θυμήθηκε ένα αστείο που του είχαν πει πριν από χρόνια και δεν μπόρεσε να κρατηθεί, να περιμένει, να πάει μέχρι το σπίτι του και να γελάσει εκεί ιδιωτικά, χωρίς κανείς να τον προσέχει, σαν να κατάλαβε μόλις το ανέκδοτο με το οποίο ξεκαρδίστηκαν οι φίλοι του χθες βράδυ και ντράπηκε να τους το πει, αλλά δεν ντράπηκε να προσποιηθεί πόσο καλά μαζί τους πως περνάει, θέλω πολύ να τον ρωτήσω τι είναι αυτό που τον έχει κάνει να γελά, θέλω, μα δεν τολμάω, προσπαθώ να μαντέψω, όπως κάνω όταν βλέπω να περνάνε από μπροστά μου άλλοι τύποι σκυθρωποί, έξαλλοι, δακρυσμένοι, προσπαθώ, μα δεν τα καταφέρνω, με τα δράματα συνήθως είναι πιο εύκολα τα πράγματα, στα αστεία είναι που συνήθως παιδευόμαστε να βρούμε τι είναι αυτό που μας συνδέει με τον κόσμο, στα αστεία είναι που για πάντα θα παραμένουμε ξεδιάντροπα ανέκδοτοι, χωρίς κανείς να μας καταλαβαίνει, κοίτα να δεις που το τσιγάρο έσβησε. κοίτα να δεις που βρέχει

*

το αγαπημένο μου παιχνίδι, όταν βγαίνω στην πόρτα να καπνίσω, είναι να ακούω τις κουβέντες των περαστικών, ιδίως εκείνων που μοιάζουν σαν να μιλάνε μόνοι τους, μα που ωστόσο απευθύνονται σε ακροατές αόρατους, κρυμμένους στο κεφάλι τους ή έστω μες στο τηλέφωνό τους, μου αρέσει να τους παρακολουθώ όπως περνούν, να αρπάζω φράσεις φευγαλέες, καμιά φορά μονάχα λέξεις αποκομμένες, στερούμενες νοήματος, και ύστερα να τις πιάνω, να τις ενώνω, να τις συναρμολογώ, να φτιάχνω ιστορίες, μες στις οποίες συμμετέχουν όλοι τους, μες στις οποίες όλοι τους παλεύουν, υποφέρουν, χάνουν, κερδίζουν, συμβιβάζονται, ελπίζουν, ξαναχάνουν, αυτοί απλώς περνάνε από δίπλα μου, πάντα ανυποψίαστοι, πάντα αθώοι, αφελείς, ανήμποροι να φανταστούν ότι αυτός ο τύπος που έχει βγει στην πόρτα να καπνίσει, αυτός εδώ ο άνθρωπος άλλη δουλειά δεν έχει από το να κλέβει των άλλων τις ψυχές, μήπως και σώσει έτσι τη δική του

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2019

τα καρτοτηλεφωνα της πλατειας αμερικης

τελη της δεκαετιας του '90. βρισκομαι στην αθηνα κ φιλοξενουμαι σε ενα σπιτι στην πλατεια αμερικης. ακομα δεν εχω αποκτησει κινητο κ ετσι κυκλοφορω παντα με μια τηλεκαρτα. πανω στην πλατεια αμερικης υπηρχαν τοτε τεσσερα καρτοτηλεφωνα. στα παγκακια διπλα απο αυτα καθε απογευμα μαζευονταν ολοι οι ξενοι που ζουσαν γυρω απο την πλατεια κ ελεγαν τα νεα τους. καθε φορα που περνουσα απο διπλα τους, ακουγα αυτην την πολυγλωσση βαβουρα κ χαιρομουν που εμενα κ εγω σε μια τοσο κοσμοπολιτικη γειτονια. γιατι αν δεν ειναι αυτο κοσμοπολιτισμος, τοτε τι ειναι; τα παρτυ στα ιλουστρασιον νησια; το ντρεσ κοουντ στα καζινα; οσο βραδυαζε κ ερχοντουσαν ολο κ περισσοτεροι να προστεθουν στη γενικη συνελευση των ηνωμενων εθνων της κατω κυψελης, τοσο μεγαλωναν κ οι ουρες πισω απο τα καρτοτηλεφωνα.
ενα βραδυ, που βρισκομαι κ εγω εκει, αναμεσα τους, κ περιμενω με την τηλεκαρτα στο χερι να ερθει η σειρα μου, ξεσπαει μπροστα μου απο το πουθενα ενας καυγας. ενας τυπος, με ολες τις φλεβες στο λαιμο του τεντωμενες, φωναζει στα ελληνικα σε εναν αφρικανο, αλλα ουσιαστικα απευθυνεται σε ολοκληρο τον κοσμο. λεει οτι δεν ειναι δυνατον αυτος που ειναι ελληνας πολιτης, που πληρωνει φορους κ εχει υπηρετησει στον στρατο, να περιμενει μια ωρα για να παρει ενα γαμωτηλεφωνο. οι ξενοι δεν του απαντουν. ο αφρικανος, μαλιστα, του δινει το ακουστικο κ του παραχωρει με σκυμμενο το κεφαλι τη σειρα του. οι ξενοι δεν βγαζουνε μιλια. θα ελεγες οτι κρατανε την ανασα τους. οι δικοι μας, ομως, αντιδρουν. οσοι ηδη βρισκονται εκει κοντα, αλλα κ αλλοι που ακουν τη φασαρια κ πλησιαζουν, εστω απο περιεργεια, αρχιζουν να επιτιθενται στον στρατευμενο κ φορολογουμενο συμπατριωτη τους. "τι πραγματα ειναι αυτα; θα επρεπε να ντρεπεσαι", του λενε. αυτος ειναι πλεον εξαλλος. ουρλιαζει, βριζει, απειλει. το ακουστικο κοντευει να σπασει μες στη σφιγμενη του γροθια.
κ τοτε, μεσα απο το πληθος βγαινει μια κυριουλα φορτωμενη με ενα σωρο σακουλες απο το σουπερμαρκετ. "τι κανεις εδω;" του λεει, "δεν εχουμε στο σπιτι μας τηλεφωνο; ρεζιλι μας εκανες παλι.. θα τον πεθανεις τον πατερα σου." αμεσως εξαφανιζονται οι φλεβες απο τον λαιμο του οργισμενου νεου. το προσωπο του απο κατακοκκινο γινεται ασπρο σαν το χαρτι των βιβλιων που δεν τολμησε ποτε του να διαβασει. αφηνει το ακουστικο κ βουρκωμενος σχεδον παιρνει τον δρομο για το σπιτι. η κυριουλα τον ακολουθει σκορπωντας ξοπισω της συγγνωμες, οπως σκορπουσε στο παραμυθι ψιχουλα ο κοντορεβυθουλης. να βρει τον δρομο της ξανα, να βγει κ αυριο περηφανη εξω, στην κοινωνια.
στην ιδια κοινωνια ακριβως οπου μολις 20 χρονια μετα ισως οι πιο πολλοι εβρισκαν την κυριουλα γραφικη κ υποστηριζαν τον εξαλλο γιο της με λογια κ με πραξεις. δεν μπορω να πω με σιγουρια τι εγινε μεσα σε αυτα τα χρονια κ εχουν αλλαξει τοσο του κοσμου οι συμπεριφορες. δεν ξερω, μπορει κ να φταιει που τωρα πια ολοι εχουμε κινητα κ δεν χρειαζεται να περιμενουμε παρεα με τους ξενους σε κοινες ουρες πισω απο τα καρτοτηλεφωνα

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

αλαρμ

οδηγαω. περασμενα μεσανυχτα κ βρεχει. καποιος απο πισω μού παιζει τα φωτα. σκεφτομαι πως θελει να με προσπερασει. κανω στην ακρη. δεν με προσπερνα. κανει στην ακρη κ αυτος, κολλαει απο πισω μου κ συνεχιζει να μου παιζει τα φωτα. μηπως ειναι καποιος γνωστος, αναρωτιεμαι. κοιταω απο τον καθρεφτη. δεν μπορω να δω το προσωπο του καθαρα κ το αυτοκινητο του δεν μου θυμιζει κατι. παταω γκαζι κ απομακρυνομαι. ξοπισω μου αυτος, απτοητος, συνεχιζει να με ακολουθει κ να μου κανει σημα με το φως των προβολεων. αρχιζω να εκνευριζομαι. "τι θες, ρε φιλε;" φωναζω δυνατα, λες κ υπαρχει περιπτωση ετσι να με ακουσει. ενταξει, σκεφτομαι οσο πιο ψυχραιμα μπορω, ισως ο ανθρωπος χρειαζεται βοηθεια. βεβαια μπορει να ειναι κ ψυχοπαθης δολοφονος, ξερωγω - αλλα γιατι παντα ο νου μας να πηγαινει στο κακο; γιατι να ειμαστε καχυποπτοι παντα με τους αγνωστους; λιγο μετα βρισκω μια εσοχη, αναβω τα αλαρμ κ σταματαω. πισω μου σταματαει κ αυτος. ελαχιστα εκατοστα χωριζουν τωρα τα αυτοκινητα μας. κανεις δεν βγαινει εξω. κοιταζω τον καθρεφτη μου ξανα. ο τυπος εχει σκυμμενο το κεφαλι κ παλι δεν με αφηνει να δω το προσωπο του. το σεναριο του ψυχοπαθους δολοφονου κερδιζει τωρα εδαφος. να βγω πρωτος εξω δεν παιζει - θα με φαει λαχανο. ασε που βρεχει κιολας. απο την αλλη τι σημασια εχει αν βραχω, αν ειναι να με φαει; κατεβαζω το παραθυρο, βγαζω το χερι εξω κ τον ξαναρωταω φωναχτα, πιστευοντας πως τωρα θα με ακουσει: "τι θες, ρε φιλε;" εκεινη τη στιγμη συνειδητοποιω πως την προσφωνηση "ρε φιλε" τη χρησιμοποιω παντα οταν απευθυνομαι σε ανθρωπους που ουτε ειναι ουτε κ υπαρχει περιπτωση ποτε να γινουν φιλοι μου. ο ψυχοπαθης μου "φιλος" ουτε τωρα μου απαντα. οχι με λογια τουλαχιστον, αφου στο μεταξυ εχει αρχισει κ παλι να παιζει με τα φωτα. τοτε θυμαμαι ξαφνικα πως πρεπει να γυρισω σπιτι κ να απλωσω τα ρουχα που ειχα βαλει απο το μεσημερι στο πλυντηριο - θα εχουνε σαπισει. αναβω φλας, γυριζω το τιμονι αριστερα, βγαινω στον δρομο κ αρχιζω να τρεχω σαν να μην υπαρχει αυριο. ο αλλος παραδοξως δεν με ακολουθει. τι τον νοιαζουν, αλλωστε, αυτον τα ρουχα μου - εχει κ τα προβληματα του. απο τον καθρεφτη βλεπω για τελευταια φορα τα φωτα του να αναβοσβηνουνε σπαραχτικα. η βροχη δυναμωνει. η νυχτα τα καταπινει ολα. αντιο φιλε

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

οσο βρισκομαι μεσα της

παω στην τραπεζα για να πληρωσω κατι. το μηχανημα που δινει νουμερα προτεραιοτητας ειναι σκεπασμενο με ενα χαρτι που γραφει "ληξη συναλλαγων". κοιταζω την ωρα. 13:16. τι φαση; στις δυο δεν κλεινουνε οι τραπεζες; μηπως αλλαξε κατι; μηπως το συστημα δουλευει ακομα με τη θερινη κ ολους μας κοροϊδευει; παω κ ρωταω μια υπαλληλο. "κοιταξτε ποσος κοσμος περιμενει", μου λεει υπαλληλιστικα. "ναι, αλλα εγω εχω ερθει στην ωρα μου", πελατιοδως διαμαρτυρομαι. "τι ειδους συναλλαγη θελετε να κανετε;" με ρωταει σχεδον με ενδιαφερον. "να πληρωσω κατι", βαριεστημενα απαντω. "το εγραψα ηδη, ξερετε, στην αρχη αυτης της ιστοριας." η υπαλληλος σηκωνει το κεφαλι της κ κοιταζει την πρωτη προταση, τις πρωτες-πρωτες λεξεις. "εχετε δικιο", μου λεει απολογητικα, "αλλα κ εσεις.. αφου ηταν τοσο επειγουσα η υποχρεωση σας, γιατι δεν ερχοσασταν λιγο νωριτερα;" σειρα μου να ξαναδιαβασω απο την αρχη αυτην την ιστορια. πουθενα δεν εχω αναφερει οτι επειγομαι - οχι πως δεν ισχυει. ποιος ξερει.. μαλλον πανω στη βιασυνη μου θα το παρελειψα, αλλα να που ερχεται η υπαλληλος για να το συμπληρωσει. σειρα μου τωρα να παραδεχτω πως εχει δικιο εκεινη. ενταξει, ετσι κ αλλιως, μια ιστορια ειναι. ο,τι γουσταρω κανω, οσο βρισκομαι κ κινουμαι μεσα της. "να ειστε καλα", της λεω. φευγω κ επιστρεφω πιο νωρις, δυο ολοκληρες ωριτσες. 11:16. παω στο μηχανημα που δινει νουμερα προτεραιοτητας. εκπληκτος βλεπω ξανα ενα χαρτι να το σκεπαζει. πανω στο χαρτι, με μεγαλα ολοστρογγυλα γραμματα γραφει: "προσοχη! η πολλη αυτοαναφορικοτητα καθυστερει τις τραπεζικες συναλλαγες κ βλαπτει τη μυθοπλασια"